Ακόμη και η Coca-Cola μπορεί να χάσει τη θέση της στο ράφι. Η σύγκρουσή της με την Aldi στη Γερμανία δείχνει πόσο έχουν αλλάξει οι ισορροπίες στην αγορά. Σύμφωνα με τοπικά μέσα, η γερμανική αλυσίδα προτίμησε να στερηθεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα προϊόντα παρά να αποδεχθεί αύξηση 3,5% στην τιμή της φιάλης του 1,5 λίτρου.
Φυσικά δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί ανάλογες κόντρες, κυρίως στη Γαλλία, μεταξύ μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ και πολυεθνικών με ισχυρά εμπορικά σήματα, όπως η Mondelez, η Red Bull και η Nutella.
Αυτή την αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις βιομηχανίας και λιανεμπορίου αναδεικνύουν με κοινή παρέμβασή τους η FoodDrinkEurope, που εκπροσωπεί την ευρωπαϊκή βιομηχανία τροφίμων και ποτών, και η EFFAT, η ευρωπαϊκή συνδικαλιστική ομοσπονδία εργαζομένων στους κλάδους τροφίμων, γεωργίας και τουρισμού.
Οι δύο οργανώσεις προειδοποιούν ότι, παρά την υιοθέτηση της ευρωπαϊκής Οδηγίας του 2019 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές (σ.σ. μεταξύ αυτών οι καθυστερήσεις πληρωμών), παραμένουν «ανεπίλυτα διαρθρωτικά προβλήματα», με κυριότερο την αυξανόμενη συγκέντρωση του λιανεμπορίου και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος τους.
Γι' αυτό ζητούν, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρηση του υφιστάμενου πλαισίου, ώστε να περιοριστούν οι καταχρηστικές πρακτικές εις βάρος των προμηθευτών.
Με βάση τα στοιχεία που επικαλούνται στην επιστολή στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., οι τέσσερις μεγαλύτερες αλυσίδες ελέγχουν πάνω από το 50% της αγοράς, ενώ σε ορισμένες το μερίδιό τους πλησιάζει το 90%. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Από στοιχεία της ICAP CRIF, οι πέντε μεγαλύτεροι όμιλοι ελέγχουν το 71% της αγοράς σούπερ μάρκετ και Cash & Carry.
Σύμφωνα με τη FoodDrinkEurope και την EFFAT, η ανισορροπία αυτή ενισχύεται περαιτέρω από την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών συμμαχιών αγορών, μέσω των οποίων μεγάλες αλυσίδες συγκεντρώνουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Το μερίδιο αυτών των συμμαχιών στις πωλήσεις τροφίμων στην ΕΕ σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε εννέα χρόνια, από 31% το 2015 σε 59% το 2024.
Η FoodDrinkEurope και η EFFAT καταγγέλλουν ότι ορισμένες αξιοποιούν κανονιστικά κενά, εγκαθιστώντας την έδρα τους εκτός ΕΕ, όπως στην Ελβετία, για να αποφεύγουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Την ίδια στιγμή, το 65,2% των συμμετεχόντων στη δημόσια διαβούλευση της Κομισιόν το 2026 δήλωσε ότι είχε διαπιστώσει παράνομες εμπορικές πρακτικές, αλλά μόλις το 5,7% είχε προχωρήσει σε καταγγελία. Αιτία, σύμφωνα με τις οργανώσεις, ο «φόβος αντιποίνων», καθώς οι προμηθευτές κινδυνεύουν να χάσουν παραγγελίες ή τη θέση τους στα ράφια.
Τι ζητούν οι προμηθευτές από τις Βρυξέλλες
Γι' αυτό ζητούν την κατάργηση του ορίου κύκλου εργασιών των 350 εκατ. ευρώ που περιορίζει την προστασία της ευρωπαϊκής Οδηγίας, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και μεγάλοι παραγωγοί μπορεί να εξαρτώνται από λίγους ισχυρούς αγοραστές. Στόχος είναι η προστασία να καλύπτει όλους τους προμηθευτές, ανεξαρτήτως μεγέθους.
Η δεύτερη παρέμβαση αφορά τη διεύρυνση της «μαύρης λίστας» των απαγορευμένων εμπορικών πρακτικών. Η FoodDrinkEurope και η EFFAT ζητούν να απαγορευθούν η αιφνίδια διακοπή συνεργασιών, η αδικαιολόγητη απόσυρση προϊόντων από τα ράφια και οι μεγάλες περικοπές παραγγελιών την τελευταία στιγμή.
Στο στόχαστρο μπαίνουν επίσης οι πιέσεις προς τους προμηθευτές να μειώνουν διαδοχικά τις τιμές τους, οι απαιτήσεις για πληρωμή άσχετων προωθητικών ενεργειών και η προνομιακή μεταχείριση προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Ζητούν ακόμη ισχυρότερη προστασία των εμπορικών απορρήτων και της πνευματικής ιδιοκτησίας των παραγωγών από καταχρηστική αξιοποίηση εκ μέρους των λιανεμπόρων.
Η τρίτη παρέμβαση αφορά την εφαρμογή των κανόνων. Οι δύο οργανώσεις ζητούν περισσότερους ελέγχους, αυστηρότερη εποπτεία και αποτελεσματικές κυρώσεις, με τις αρμόδιες αρχές να μπορούν να ερευνούν παραβάσεις ακόμη και χωρίς καταγγελία. Ζητούν επίσης στενότερη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών, ώστε να ελέγχονται αποτελεσματικότερα οι αλυσίδες και οι συμμαχίες αγορών που δραστηριοποιούνται σε πολλές χώρες.
Σύμφωνα με τις δύο οργανώσεις, το αυξημένο κόστος και η πίεση των μεγάλων λιανεμπόρων περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους, τις επενδύσεις και τη δυνατότητα δημιουργίας και διατήρησης θέσεων εργασίας. Γι' αυτό αντιμετωπίζουν την αναθεώρηση της Οδηγίας και ως ζήτημα ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Την ίδια στιγμή που οι Ευρωπαίοι προμηθευτές - παραγωγοί ζητούν προστασία απέναντι στις μεγάλες αλυσίδες, οι ίδιες οι αλυσίδες υποστηρίζουν ότι η διαπραγματευτική τους δυνατότητα περιορίζεται από πρακτικές μεγάλων προμηθευτών.
Την ίδια στιγμή οι Αρχές Ανταγωνισμού έξι ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ζητούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεσμευτικούς κανόνες για την αντιμετώπιση των λεγόμενων Territorial Supply Constraints (TSCs), δηλαδή των εδαφικών περιορισμών εφοδιασμού.
Μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2020, την οποία επικαλούνται οι έξι Αρχές, εκτιμούσε ότι η εξάλειψη των εδαφικών περιορισμών εφοδιασμού θα μπορούσε να μειώσει κατά μέσο όρο τις τιμές αγοράς των λιανεμπόρων κατά 8,8% και τις τιμές καταναλωτή κατά 7,6%. Το δυνητικό όφελος για τους Ευρωπαίους καταναλωτές υπολογίστηκε σε 14,1 δισ. ευρώ.
Πρόκειται, πάντως, για εκτίμηση δυνητικού οφέλους και όχι για εξοικονόμηση που θα προέκυπτε αυτομάτως από την κατάργηση των περιορισμών.