Την ανάγκη να διαφυλάξει η Ελλάδα τη δημοσιονομική της σταθερότητα, να αποφύγει τα λάθη του παρελθόντος και να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στις παραγωγικές επενδύσεις υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, νωρίτερα, κατά τη διάρκεια συζήτησης με τον επικεφαλής της EY Γιώργο Παπάζογλου.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πορεία ανάκαμψης, χωρίς ωστόσο να έχει ξεπεράσει τις διαρθρωτικές της αδυναμίες.
«Το πρώτο στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε είναι να διατηρήσουμε τη δημοσιονομική μας πειθαρχία. Πρέπει να τη διαφυλάξουμε ως κόρη οφθαλμού και να μην επιστρέψουμε στα λάθη του παρελθόντος», τόνισε ο κ. Θεοδωρόπουλος, επισημαίνοντας ότι η χώρα πρέπει να αξιοποιήσει τη σημερινή συγκυρία, κατά την οποία βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα στάθηκε κατά κάποιον τρόπο τυχερή που αντιμετώπισε τη μεγάλη δημοσιονομική κρίση σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη είχε μεγαλύτερες δυνατότητες να προσφέρει στήριξη.
«Η Ευρώπη τότε μπορούσε, ενώ τώρα δεν μπορεί. Είμαστε τυχεροί που το πρόβλημα το είχαμε τότε και όχι τώρα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στις επενδύσεις τόνισε την ανάγκη να συνδέονται άμεσα με την παραγωγική δραστηριότητα και να δημιουργούν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για την οικονομία.
«Πρέπει να επενδύσουμε στην παραγωγή. Ένα data center μπορεί να είναι μια ωραία επένδυση, αλλά η επίδρασή του στην οικονομία σε σχέση με μια παραγωγική επένδυση είναι διαφορετική», ανέφερε.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ σημείωσε επίσης ότι: «Πρέπει ως χώρα να φροντίσουμε να έχουμε πολιτική σταθερότητα, να έχουμε κυβερνήσεις που θα έχουν τη δυνατότητα να παίρνουν τις σωστές αποφάσεις. Είμαστε στον δρόμο της ανάκαμψης, αλλά δεν έχουμε λύσει τα προβλήματά μας».
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε στη Ρουμανία ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας στην οποία η πολιτική αστάθεια και ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός επηρεάζουν αρνητικά τις επενδυτικές αποφάσεις.
Αναφερόμενος στη σημερινή θέση της ελληνικής οικονομίας, ο πρόεδρος του ΣΕΒ αναγνώρισε ότι η χώρα έχει βελτιώσει σημαντικά την επενδυτική της εικόνα, υπογράμμισε ωστόσο ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.
«Είμαστε ελκυστικότεροι από ό,τι ήμασταν στο παρελθόν, αλλά δεν είμαστε οι πιο ελκυστικοί. Είμαστε μια μικρή οικονομία», επισήμανε.
Μιλώντας για το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και εξακολουθεί να επηρεάζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, περιέγραψε την απόσταση που πρέπει ακόμη να καλύψει η ελληνική οικονομία: «Έχουμε επενδυτικό κενό. Έχουν χαθεί πάνω από 100 δισ. ευρώ επενδύσεων. Δεν είμαστε στο κρεβάτι, είμαστε στην ανάρρωση».
Ο κ. Θεοδωρόπουλος στάθηκε και στα διαρθρωτικά προβλήματα που δυσκολεύουν την υλοποίηση βιομηχανικών επενδύσεων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο χωροταξικό πλαίσιο.
Όπως σημείωσε, το χωροταξικό αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τη βιομηχανία, ωστόσο τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ουσιαστικά βήματα προς την αντιμετώπισή του.
«Έγιναν σοβαρά βήματα, σε συνεργασία του υπουργείου με τον ΣΕΒ», ανέφερε, προσθέτοντας ότι προβλέπεται η δημιουργία 300 τοπικών χωροταξικών σχεδίων σε διάφορες περιοχές της χώρας.
«Ελπίζουμε να δημιουργηθούν τοπικά χωροταξικά που θα μπορούν να φιλοξενήσουν βιομηχανία», υπογράμμισε.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αναφορά του κ. Θεοδωρόπουλου στον πολιτικό κύκλο και στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει τις επιχειρηματικές αποφάσεις.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε ότι οι εκλογικές χρονιές αποτελούν παράμετρο που οι επιχειρήσεις λαμβάνουν υπόψη, ξεκαθάρισε όμως ότι δεν μπορούν να μετατρέπονται σε καθοριστικό παράγοντα για τη λήψη αποφάσεων.
Η οικονομία και η επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως επισήμανε, συνεχίζονται ανεξάρτητα από το εκλογικό ημερολόγιο.
Αίσθηση προκαλεί και η τοποθέτηση του προέδρου του ΣΕΒ για τη φορολογία, ένα πεδίο που επί σειρά ετών βρισκόταν στην κορυφή της ατζέντας των επιχειρηματικών φορέων.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος εκτίμησε ότι η Ελλάδα έχει πλέον επιτύχει ανταγωνιστικό επίπεδο φορολόγησης, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να βρίσκεται δίπλα σε χώρες με χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές, όπως η Βουλγαρία.