Επιστροφή στην καταναλωτική συμπεριφορά της κρίσης του 2011-2012; Μπορεί οι οικονομικές συνθήκες να είναι σήμερα πολύ διαφορετικές, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και η ακρίβεια ξαναφέρνουν στο προσκήνιο συμπεριφορές που είχαν κυριαρχήσει την προηγούμενη δεκαετία. Κυνήγι προσφορών, στροφή σε φθηνότερα προϊόντα και περικοπές σε οτιδήποτε δεν θεωρείται απολύτως απαραίτητο.
Αυτή την εικόνα καταγράφει η έρευνα της Circana, που παρουσιάστηκε χθες σε εκδήλωση του ECR Hellas. Ο Έλληνας καταναλωτής μετρά πλέον πιο προσεκτικά κάθε ευρώ που ξοδεύει, συγκρίνει τιμές και αναπροσαρμόζει τις προτεραιότητές του. Περιορίζει τις αγορές ένδυσης και υπόδησης, τη διασκέδαση και τις εξόδους, αλλά προσπαθεί να διατηρήσει στον προϋπολογισμό του χώρο για διακοπές και μικρές καθημερινές απολαύσεις.
Η έρευνα, με τίτλο «Κατανάλωση σε Μετάβαση: Οι Δυνάμεις που Διαμορφώνουν το Αύριο της Αγοράς», πραγματοποιήθηκε σε πανελλαδικό δείγμα 1.000 καταναλωτών ηλικίας 18 έως 70 ετών και δείχνει πώς η οικονομική πίεση αλλάζει όχι μόνο το ύψος των δαπανών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τα ελληνικά νοικοκυριά αποφασίζουν πού θα διαθέσουν τα χρήματά τους. Με μεγάλο κερδισμένο και πάλι το δίκτυο των σούπερ μάρκετ όπως και στην περίοδο της οικονομικής κρίσης αλλά και της προ εξαετίας υγειονομικής κρίσης.
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας της Circana ο δείκτης οικονομικής ασφάλειας βρίσκεται μόλις στο 3,89 με άριστα το 10, ενώ το 74% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με δυσκολία ή χρειάζεται να διαχειρίζεται τα οικονομικά του με μεγάλη προσοχή:
- Για το 57%, η μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στους μισθούς και στο κόστος ζωής. Ακολουθεί το κόστος στέγασης, το οποίο απορροφά σημαντικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος.
- Το 85% δηλώνει ότι έχει περιορίσει τις αγορές ρούχων, παπουτσιών και αξεσουάρ, ενώ σημαντικές περικοπές καταγράφονται στη διασκέδαση, στις μετακινήσεις -σ.σ. κάτι που δεν φαίνεται στην πράξη πάντως- και στην ενέργεια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το σούπερ μάρκετ παραμένει βασικός προορισμός για τα νοικοκυριά, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ψωνίζουν οι Έλληνες έχει αλλάξει αισθητά. Η μέση μηνιαία δαπάνη στο σούπερ μάρκετ ανέρχεται στα 347 ευρώ. Ωστόσο, οι καταναλωτές εμφανίζονται πολύ πιο προσεκτικοί στις επιλογές τους, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις προσφορές και στην τελική τιμή κάθε προϊόντος:
- Το 75% δηλώνει ότι αγοράζει περισσότερα προϊόντα σε προσφορά, το 66% έχει αλλάξει τις αγοραστικές του συνήθειες εξαιτίας των τιμών, ενώ το 48% περιορίζει τις αγορές του.
- Μάλιστα ποσοστό 72% θεωρεί αρκετά ή πολύ πιθανό να επιλέξει διαφορετική μάρκα εάν συναντήσει μια ελκυστική προσφορά.
Παρά την πίεση, πάντως, τα σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να απολαμβάνουν τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη των καταναλωτών μεταξύ των κλάδων που εξετάστηκαν. Η μέση βαθμολογία τους διαμορφώνεται στο 4,48 στα 7, υψηλότερα από άλλους τομείς του λιανεμπορίου και των υπηρεσιών.
Ιδιωτική ετικέτα και διακοπές με περιορισμένο προϋπολογισμό
Η αναζήτηση χαμηλότερων τιμών ενισχύει τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία αγοράζει συχνά το 63% των καταναλωτών. Η διείσδυσή τους, ωστόσο, διαφέρει ανά κατηγορία, καθώς οι επώνυμες μάρκες διατηρούν ισχυρή θέση σε προϊόντα όπου η εμπιστοσύνη και η ποιότητα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα.
Παρά τις περικοπές, οι Έλληνες δεν εγκαταλείπουν τις διακοπές και το φαγητό εκτός σπιτιού. Το 60% δήλωσε ότι σχεδίαζε να πάει διακοπές, αλλά από αυτούς το 44% υπολόγιζε να ξοδέψει λιγότερα. Κατά μέσο όρο, οι καταναλωτές προγραμμάτιζαν 4,3 γεύματα εκτός σπιτιού και 2,6 επισκέψεις σε καταστήματα τροφίμων την εβδομάδα.
Έτσι, τα σούπερ μάρκετ διατηρούν σημαντικό ρόλο και στις τουριστικές περιοχές, καθώς οι παραθεριστές συνδυάζουν την εστίαση με αγορές τροφίμων για να συγκρατήσουν το κόστος των διακοπών.
Έδαφος κερδίζει και η τεχνητή νοημοσύνη, με τον δείκτη εξοικείωσης των καταναλωτών να διαμορφώνεται στο 3,63 στα 5, κυρίως χάρη στις νεότερες ηλικίες. Προς το παρόν, χρησιμοποιείται περισσότερο ως εξελιγμένη μηχανή αναζήτησης για πληροφορίες, συνταγές, σύγκριση προϊόντων και προσφορές, παρά ως προσωπικός σύμβουλος αγορών.