Η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων αποτελεί σημαντική ευκαιρία για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, των επενδύσεων και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των δύο χωρών.
Όπως επισημαίνει σε άρθρο του στην Καθημερινή ο υπουργός Βιομηχανίας και Προηγμένης Τεχνολογίας των ΗΑΕ, δρ Σουλτάν Αχμέντ αλ Τζάμπερ, η εμπιστοσύνη που έχει οικοδομηθεί μεταξύ των δύο πλευρών πρέπει να μετατραπεί σε ουσιαστικά οικονομικά αποτελέσματα.
Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρή ναυτιλιακή παράδοση, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και πρόσβαση στις αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντίστοιχα, τα ΗΑΕ προσφέρουν επενδυτικά κεφάλαια, τεχνογνωσία, ενεργειακές υποδομές και διεθνή εμπορικά δίκτυα. Ο συνδυασμός αυτών των πλεονεκτημάτων μπορεί να ενισχύσει τη βιομηχανία, το εμπόριο και την ανθεκτικότητα των οικονομιών τους.
Κεντρικό ρόλο στη συνεργασία διαδραματίζει η ενέργεια. Η εξαγορά της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακής από τη Masdar, η οποία ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 2025, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της εμπιστοσύνης των ΗΑΕ στην ελληνική οικονομία.
Το επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 5,5 δισ. ευρώ αποσκοπεί στην ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συστημάτων αποθήκευσης και ενεργειακών υποδομών, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας ως περιφερειακού κόμβου καθαρής ενέργειας.
Παράλληλα, σημαντικές προοπτικές διαμορφώνονται στους τομείς της υγείας, της τεχνητής νοημοσύνης, της τεχνολογίας, των λιμανιών και των εφοδιαστικών αλυσίδων. Η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις και να διευρύνει την πρόσβασή τους σε διεθνείς αγορές.
Ωστόσο, απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία είναι η περιφερειακή σταθερότητα, η ειρήνη και η ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Στόχος είναι η μετατροπή της ήδη ισχυρής διμερούς σχέσης σε μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη, με αμοιβαία οφέλη για τις δύο χώρες.