Δάνεια ύψους 18 δισ. ευρώ έχουν ρυθμίσει οι servicers σε σύνολο 81,5 δισ. ευρώ δανείων που έχουν περάσει σε funds (διαχειριστές πιστώσεων).
Σχεδόν οι μισές από τις μακροχρόνιες ρυθμίσεις έχουν γίνει με «κούρεμα», ενώ καταγράφεται σημαντική αύξηση και στους πλειστηριασμούς. Εξάλλου, σύμφωνα με την ανάλυση που κάνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, συνεχίζεται ο επανυπολογισμός των δόσεων στα δάνεια που έχουν ρυθμισθεί με τον νόμο Κατσέλη, μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου.
Η διαχείριση του συσσωρευμένου ιδιωτικού χρέους στην Ελλάδα από τους διαχειριστές πιστώσεων (servicers) έχει εισέλθει σε μια φάση ωρίμανσης, με τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του 2026 να καταδεικνύουν μια σαφή μετατόπιση προς τις οριστικές διευθετήσεις και τις αναδιαρθρώσεις έναντι των προσωρινών λύσεων.
Από το συνολικό χαρτοφυλάκιο των 91,3 δισ. ευρώ που διαχειρίζονται οι 17 αδειοδοτημένες εταιρείες του κλάδου, το μεγαλύτερο τμήμα, ύψους 81,5 δισ. ευρώ (ή 89,2%), αφορά ανοίγματα που έχουν ανατεθεί για λογαριασμό αγοραστών πιστώσεων (funds), παρουσιάζοντας ελάχιστη απόκλιση από τα 81,6 δισ. ευρώ που διαχειρίζονταν για τα εν λόγω σχήματα τον Ιούνιο του 2025.
Αντίστοιχα, το ποσοστό των ανοιγμάτων που διαχειρίζονται για λογαριασμό πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων περιορίστηκε στο 10,8% το 2026, έναντι 13,2% το 2025.
Η ακτινογραφία των 18 δισ. ευρώ και το «κούρεμα»
Ο πυρήνας της στρατηγικής των servicers για λογαριασμό των αγοραστών πιστώσεων αποτυπώνεται στον όγκο των δανείων που έχουν ρυθμιστεί. Τον Ιούνιο του 2026, οι ρυθμίσεις ανήλθαν στο 22,1% του συνολικού χαρτοφυλακίου των funds, αγγίζοντας τα 18 δισ. ευρώ. Παρότι το ποσοστό αυτό παρουσιάζεται ελαφρώς μειωμένο σε σχέση με το 23,4% που είχε καταγραφεί τον Ιούνιο του 2025, η ποιοτική διάρθρωση των λύσεων υποδεικνύει μια πιο δυναμική προσέγγιση στην οριστική εξυγίανση.
Η πλέον αξιοσημείωτη εξέλιξη εντοπίζεται στις μακροπρόθεσμες ρυθμίσεις (διάρκειας άνω των δύο ετών), οι οποίες ανήλθαν σε 6,1 δισ. ευρώ (33,7% των συνολικών ρυθμίσεων), έναντι 7,1 δισ. ευρώ (37,2%) το 2025.
Στο εσωτερικό αυτής της κατηγορίας, η μερική διαγραφή οφειλής αποτελεί την κυρίαρχη πρακτική. Ειδικότερα, το 46,6% αυτών των μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων το 2026, δηλαδή δάνεια ύψους περίπου 2,8 δισ. ευρώ, συνοδεύτηκαν από μερική άφεση χρέους.
Το αντίστοιχο ποσοστό το 2025 βρισκόταν στο 41,6%, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι servicers προκρίνουν πλέον συχνότερα τη διαγραφή μέρους του κεφαλαίου ως το πλέον ρεαλιστικό εργαλείο. Παράλληλα, οι μακροπρόθεσμες λύσεις του 2026 συμπληρώνονται από την παράταση διάρκειας (23,8%) και τον διαχωρισμό οφειλής (23,2%), εργαλεία που το 2025 βρίσκονταν στο 23,3% και 27,1% αντίστοιχα.
Οριστικές διευθετήσεις και αύξηση πλειστηριασμών
Η τάση για οριστικό ξεκαθάρισμα των χαρτοφυλακίων αντανακλάται στην κατηγορία των οριστικών διευθετήσεων. Τον Ιούνιο του 2026, οι λύσεις αυτές ανήλθαν σε 11,1 δισ. ευρώ, αποτελώντας το 61,8% του συνόλου των ρυθμισμένων ανοιγμάτων.
Οι ρυθμίσεις που υπόκεινται σε καθεστώς νομικής προστασίας, δηλαδή οι ρυθμίσεις με βάση τον νόμο Κατσέλη, παραμένουν η κύρια συνιστώσα των οριστικών διευθετήσεων (59,5% το 2026 έναντι 55,1% το 2025).
Ωστόσο, η προσφυγή σε πλειστηριασμούς κατέγραψε άνοδο, φτάνοντας το 28% των οριστικών διευθετήσεων το 2026, από 19,8% το 2025. Αντίστροφη πορεία ακολούθησαν οι λύσεις διακανονισμού απαιτήσεων, οι οποίες υποχώρησαν στο 11,1% από το 24,2% του προηγούμενου έτους.
Υποχώρηση των προσωρινών λύσεων
Αντίθετα, οι βραχυπρόθεσμες ρυθμίσεις (διάρκειας μικρότερης των δύο ετών) συνεχίζουν να συρρικνώνονται. Το 2026 περιορίστηκαν στα 0,8 δισ. ευρώ (4,5% των ρυθμίσεων), από 0,9 δισ. ευρώ (4,7%) το 2025. Σχεδόν η μισή από αυτή την κατηγορία (46,1% το 2026 και 50,1% το 2025) αφορά απλή κεφαλαιοποίηση ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Οι συνολικές ανακτήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2026 διαμορφώθηκαν στα 1,8 δισ. ευρώ, ακριβώς στο ίδιο επίπεδο με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Η σύνθεσή τους ωστόσο μεταβλήθηκε: οι αποπληρωμές ανήλθαν στο 1 δισ. ευρώ (έναντι 1,1 δισ. το 2025), οι ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων μειώθηκαν στα 0,4 δισ. ευρώ (έναντι 0,5 δισ.), ενώ οι διαγραφές ανοιγμάτων διπλασιάστηκαν στα 0,4 δισ. ευρώ (από 0,2 δισ. το 2025).
Διάρθρωση και ποιότητα χαρτοφυλακίου
Σε επίπεδο συνολικού χαρτοφυλακίου για λογαριασμό των αγοραστών πιστώσεων, η επιχειρηματική πίστη διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, καταλαμβάνοντας το 49,2% τον Ιούνιο του 2026 (από 48,8% το 2025). Ακολουθεί η στεγαστική πίστη με 30,9% (έναντι 31,2%) και η καταναλωτική με 19,9% (έναντι 20,0%).
Η ποιότητα αυτών των ανοιγμάτων παραμένει σταθερά χαμηλή. Το 89,5% αφορά Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα (ΜΕΑ) το 2026, ποσοστό οριακά βελτιωμένο από το 89,6% του 2025. Εξ αυτών των ΜΕΑ, η συντριπτική πλειονότητα (78,7% το 2026, 77,4% το 2025) είναι ήδη καταγγελμένα. Τα δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών μειώθηκαν ελαφρώς στο 15,9% (από 17,7%), ενώ τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης (unlikely to pay) αυξήθηκαν στο 5,4% (από 4,9%).
Η απόφαση του Αρείου Πάγου και ο επανυπολογισμός των δόσεων
Ένας επιπρόσθετος παράγοντας που επέδρασε στη λειτουργία των διαχειριστών πιστώσεων το 2026 ήταν η υπ’ αριθ. 6/2026 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία καθόρισε τον τρόπο υπολογισμού του τόκου για τις δικαστικές ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010.
Όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, μετά την αποσαφήνιση της απόφασης από τα άρθρα 126 και 127 του ν. 5313/2026, οι servicers εισήλθαν σε μια απαιτητική διαδικασία επανυπολογισμού χιλιάδων οφειλών. Η αναπροσαρμογή των δοσολογίων κατέστη εφικτή μόνο αφότου τα πιστωτικά ιδρύματα κατέβαλαν τους σχετικούς τόκους στους διαχειριστές.
Αυστηρότερο εποπτικό πλαίσιο
Το 2026 το επιχειρηματικό μοντέλο των servicers τέθηκε υπό καθεστώς ακόμη αυστηρότερης επιτήρησης. Πατώντας στα θεμέλια της ΠΕΕ 244/4 του Ιουλίου 2025, η οποία επέβαλε κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης και ελάχιστα εποπτικά κεφάλαια, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ανακοίνωσε τον Σεπτέμβριο του 2026 νέο πλαίσιο για την προστασία των οφειλετών.
Το πλαίσιο αυτό καθιερώνει αυστηρές προθεσμίες, σαφή όρια, ανεξάρτητους διαχειριστικούς ελέγχους για τιτλοποιήσεις με εγγύηση του Δημοσίου, καθώς και την υποχρέωση ετήσιας υποβολής στρατηγικών σχεδίων στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά του κλάδου
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως επαναλαμβάνει η ΤτΕ, η αγορά των διαχειριστών πιστώσεων διατηρεί έντονα ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά. Οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες ελέγχουν το 83,6% της συνολικής αξίας των υπό διαχείριση ανοιγμάτων το 2026, ενώ 11 από τις 17 εταιρείες διατηρούν μερίδιο μόλις 2,9% (από 2,8%).
Τα οικονομικά μεγέθη των διαχειριστών πιστώσεων παρουσιάζουν μείωση, με το συνολικό ενεργητικό τους να υποχωρεί τον Ιούνιο του 2026 στο 1,1 δισ. ευρώ (από 1,2 δισ. το 2025), τα ίδια κεφάλαιά τους να συρρικνώνονται στα 588 εκατ. ευρώ (από 697 εκατ. ευρώ) και τα καθαρά κέρδη εξαμήνου να περιορίζονται στα 49 εκατ. ευρώ, έναντι 51,8 εκατ. το αντίστοιχο διάστημα του 2025.