Σε ένα νέο και ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον ψηφιακών απειλών καλούνται να κινηθούν οι τράπεζες. Όπως τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος στην τελευταία Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, εκτός των ήδη γνωστών ψηφιακών απειλών, ήδη έχουν κάνει την εμφάνισή τους εξελιγμένα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης, που μπορεί να απειλήσουν και τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, αν και ενισχύει την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, αυξάνει γεωμετρικά την έκθεση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε λειτουργικούς κινδύνους και κυβερνοεπιθέσεις.
Η πολυπλοκότητα των διασυνδεδεμένων συστημάτων σημαίνει πως ένα μεμονωμένο συμβάν μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτή διαταραχή, πλήττοντας όχι μόνο τη φήμη των τραπεζών, αλλά και την ευρύτερη οικονομική σταθερότητα.
Ο κίνδυνος των Frontier AI Models
Η ραγδαία ανάπτυξη των προηγμένων μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης (Frontier AI Models) έχει αλλάξει τα δεδομένα της κυβερνοασφάλειας. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ESRB), τα συστήματα αυτά αποτελούν πλέον επίσημη πηγή συστημικού κινδύνου, καθώς διαθέτουν πρωτοφανείς ικανότητες.
Για παράδειγμα, μπορούν να εκτελούν περίπλοκες ενέργειες χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, αυξάνοντας την ταχύτητα και τον όγκο των κυβερνοεπιθέσεων. Επίσης, διαθέτουν την ικανότητα να σαρώνουν και να εκμεταλλεύονται αδυναμίες στις ψηφιακές υποδομές των τραπεζών. Επιπλέον, διευκολύνουν τον σχεδιασμό και την εκτέλεση εξαιρετικά εξειδικευμένων επιθέσεων, οι οποίες είναι δύσκολο να ανιχνευθούν από τα παραδοσιακά συστήματα ασφαλείας.
Αυτές οι επισημάνσεις της ΤτΕ διατυπώνονται στον απόηχο εξαιρετικά ανησυχητικών, πρόσφατων περιστατικών επίθεσης από εξελιγμένα μοντέλα AI σε τράπεζες.
Στη Νότια Κορέα, επτά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έπεσαν θύματα συντονισμένης κυβερνοεπίθεσης, στην οποία οι χάκερ χρησιμοποίησαν εργαλεία AI (όπως το ARTEX και το μοντέλο Claude) για να εντοπίσουν αυτόματα αδύναμα σημεία στην ταυτοποίηση περιφερειακών συστημάτων, εκθέτοντας δεδομένα περισσότερων από 67.000 πελατών.
Στη Λατινική Αμερική, ομάδες κυβερνοεγκλήματος επιστράτευσαν εξελιγμένα μοντέλα AI (συγκεκριμένα τα Grok και Claude) για να αυτοματοποιήσουν και να κλιμακώσουν επιθέσεις σε τράπεζες.
Η απειλή του Quantum Computing
Παράλληλα με την Τεχνητή Νοημοσύνη, η κβαντική υπολογιστική (Quantum Computing) αναδύεται ως μια κορυφαία μελλοντική απειλή για την ακεραιότητα των συναλλαγών. Η δύναμη των κβαντικών υπολογιστών αναμένεται να είναι ικανή να «σπάσει» τα σημερινά αλγοριθμικά πρότυπα κρυπτογράφησης, τα οποία διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα των τραπεζικών δεδομένων και των ψηφιακών υπογραφών.
Για την αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι εποπτικές αρχές έχουν καταρτίσει οδικό χάρτη μετάβασης στη μετα-κβαντική κρυπτογραφία (Post Quantum Cryptography - PQC). Οι τράπεζες καλούνται να θωρακίσουν τις εφαρμογές υψηλού κινδύνου έως το 2030, με στόχο την πλήρη μετάβαση έως το 2035.
Οι εσωτερικές αστοχίες
Ωστόσο, δεν προέρχονται όλες οι απειλές από εξωτερικούς παράγοντες. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των εσωτερικών έργων πληροφορικής (αναβαθμίσεις, συγχωνεύσεις συστημάτων) κρύβει σημαντικούς κινδύνους.
Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), το 38% των μειζόνων συμβάντων ΤΠΕ το 2025 στην Ευρώπη οφειλόταν σε εσωτερικές αλλαγές (ICT changes)– τάση που επιβεβαιώθηκε και στην Ελλάδα. «Παρόμοια ποσοστά τέτοιου είδους λειτουργικών συμβάντων ΤΠΕ παρατηρήθηκαν το 2026 και για τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις αναφορές μειζόνων συμβάντων τους προς την Τράπεζα της Ελλάδος», τονίζεται στην έκθεση.
Επιπλέον, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα παραμένουν στο στόχαστρο οργανωμένων ομάδων κυβερνοεγκλήματος, με τις γεωπολιτικές εντάσεις να εντείνουν τον κίνδυνο στοχευμένων χτυπημάτων σε κρίσιμες υποδομές.
Ασπίδα προστασίας και εποπτικό πλαίσιο
Αν και οι ελληνικές τράπεζες έχουν αντιμετωπίσει επιτυχώς τις επιθέσεις του 2026 χάρη σε σημαντικές επενδύσεις, οι εποπτικές αρχές ζητούν διαρκή εγρήγορση. Το 2026 αποτελεί τον δεύτερο χρόνο εφαρμογής του Κανονισμού DORA και, σε συνδυασμό με την Πράξη για την Κυβερνοανθεκτικότητα (CRA), δημιουργεί ένα αυστηρό πλαίσιο συμμόρφωσης. Οι βασικοί πυλώνες άμυνας περιλαμβάνουν:
- Αυστηρότερο έλεγχο τρίτων παρόχων τεχνολογίας, από τους οποίους εξαρτώνται όλο και περισσότερο τα ιδρύματα.
- Ενισχυμένη συνεργασία και εθελοντική ανταλλαγή πληροφοριών για νέες απειλές.
- Συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο (EU-SCICF), ώστε σε περίπτωση συστημικής κυβερνοεπίθεσης να υπάρχει άμεση, διασυνοριακή απάντηση.
Η Τράπεζα της Ελλάδος καθιστά σαφές πως η διαρκής αναβάθμιση της ψηφιακής ανθεκτικότητας, η υιοθέτηση κρυπτογραφικής ευελιξίας και η ενίσχυση των εσωτερικών ελέγχων αποτελούν μονόδρομο απέναντι στο εξελισσόμενο τοπίο κινδύνων.