Η παγκόσμια κατανάλωση ελαιολάδου έχει διπλασιαστεί. Το προϊόν δεν περισσεύει, αντιθέτως «δεν χάνεται ούτε σταγόνα». Και το ελληνικό ελαιόλαδο συγκαταλέγεται στα ποιοτικότερα διεθνώς, γι’ αυτό και χρησιμοποιείται από τους Ιταλούς για τη βελτίωση των δικών τους blends. Υπό αυτά τα δεδομένα θα ανέμενε κανείς ότι όποιος «πόνταρε» και επένδυε στο ελαιόλαδο πριν από 30 χρόνια θα έβγαινε κερδισμένος.
Όμως η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, όπου αρκετές εταιρείες και συνεταιρισμοί του κλάδου έχουν κατεβάσει ρολά, και όχι λόγω της οικονομικής κρίσης. Ακόμη και ιστορικές βιομηχανίες με ισχυρή παρουσία στο ράφι, όπως ο Λατζιμάς -σ.σ. το πλειοψηφικό πακέτο ελέγχεται από τη The Olive Legend των Καραμούζη-Αντωνόπουλου-, βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο.
«Πριν από τη μετοχική μας είσοδο, η εταιρεία αντιμετώπιζε σοβαρά λειτουργικά και χρηματοοικονομικά προβλήματα. Δεν μπορούσες να μιλήσεις για ανάπτυξη», σημείωσε ο Δρ. Νικόλαος Καραμούζης, ο οποίος στάθηκε και στον ρόλο της Tράπεζας Πειραιώς.
«Ο ρόλος της τράπεζας ήταν κρίσιμος τόσο στη χρηματοδότηση όσο και στην αναδιάρθρωση και εξυγίανση», λέει, προσθέτοντας ότι στόχος ήταν η αλλαγή πορείας με έμφαση στις εξαγωγές. Η ελληνική αγορά, άλλωστε, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. «Συρρικνώνεται σταθερά. Οι εξαγωγές δεν είναι επιλογή, είναι στρατηγική αναγκαιότητα», σημειώνει. Σε αυτό το πλαίσιο, η έμφαση δίνεται στην προώθηση των εξαγωγών και στη δημιουργία κλίμακας, σε έναν κλάδο όπου το μικρό μέγεθος αποτελεί διαχρονικό μειονέκτημα.
Για τον Κωνσταντίνο Αντωνόπουλο η συνεργασία με τον Νίκο Καραμούζη έχει να κάνει με μια ιστορία δύο φίλων, όπως λέει. «Η εμπλοκή μου στον αγροτικό τομέα ήρθε σχεδόν ξαφνικά και ειδικά με το λάδι, εκείνο με βρήκε, δεν το βρήκα εγώ», δηλώνει.
Η επιλογή του ελαιολάδου, όπως εξηγεί, δεν ήταν τυχαία. «Για τρεις λόγους. Πρώτον, δεν χάνεται ούτε σταγόνα. Δεύτερον, η Ελλάδα έχει εξαιρετική ποιότητα. Και τρίτον, το προϊόν έχει την ικανότητα να διατηρείται, να τυποποιείται και να πωλείται στο σύνολό του».
Ο ίδιος πάντως στέκεται στη δομική δύναμη και ταυτόχρονα αδυναμία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. «Στον αγροτικό τομέα οι ΜμΕ είναι οικογενειακές, πολύ καλά οργανωμένες και μετρούν και το τελευταίο ευρώ. Όσο μεγαλώνει όμως η επιχείρηση, μεγαλώνει μέχρι εκεί που φτάνει το χέρι του ιδιοκτήτη. Από εκεί και πέρα, χωρίς οργάνωση, το μοντέλο δεν αντέχει», λέει.
«Τα αγροτικά προϊόντα έχουν μικρά περιθώρια κέρδους. Είναι καθαρά θέμα συγκέντρωσης», σημειώνει ο κ. Αντωνόπουλος. «Και αυτό που κάνουμε απευθύνεται ξεκάθαρα στο εξωτερικό».
Το turnaround story και τα επόμενα βήματα
Αυτό ακριβώς επιχειρεί η The Olive Legend Group (TOLG), που ξεκίνησε με τρία διαφορετικά ΑΦΜ αλλά με ενιαία διοίκηση, μάνατζμεντ και κεφάλαια. Η TOLG δημιουργήθηκε από τη σύμπραξη του επενδυτικού ταμείου SMERemediumCap, με πλειοψηφική συμμετοχή και πρόεδρο τον κ. Νικόλαο Καραμούζη, και του ομίλου Inspiring Earth, συμφερόντων του Κωνσταντίνου Αντωνόπουλου, ο οποίος έχει αναλάβει και τη διοίκηση του ομίλου.
Οι δύο επενδυτές απέκτησαν τον Ιούλιο του 2024 πλειοψηφικά πακέτα στις ιστορικές εταιρείες Λατζιμάς και Lasitia, ενώ η Inspiring Earth εισέφερε στο σχήμα την Olympian Green. Στην περίπτωση του Λατζιμά, η συμφωνία περιλάμβανε αύξηση κεφαλαίου και αγορά υφιστάμενων μετοχών από την οικογένεια Κοτζαμπασάκη, η οποία διατηρεί μειοψηφική συμμετοχή 18% και ενεργό ρόλο στη συνέχεια της εταιρείας. Η συνολική επένδυση προσεγγίζει τα 10 εκατ. ευρώ.
Η παραγωγική δυναμικότητα φτάνει τους 20.000 τόνους, με σημερινή παραγωγή περίπου 3.000 τόνους. Οι εξαγωγές πραγματοποιούνται σε 27 χώρες, ενώ λειτουργούν θυγατρικές σε ΗΠΑ και Βραζιλία.
Σήμερα, περίπου 40% του κύκλου εργασιών προέρχεται από εξαγωγές. Κομβικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική παίζουν οι θυγατρικές σε ΗΠΑ και Βραζιλία, που λειτουργούν ως πύλες εισόδου σε δύο «γιγάντιες» αγορές, με έμφαση όχι στη διασπορά αλλά στη συνεργασία με brokers για είσοδο σε μεγάλες αλυσίδες. «Αν δεν είσαι εξαγωγικός, δεν έχεις μέλλον», είναι το μήνυμα της διοίκησης.
Πέρυσι ο κύκλος εργασιών έφτασε στα 18 εκατ. ευρώ και εμφάνισε θετικά EBITDA 1 εκατ. ευρώ. Ο όμιλος βλέπει σημαντικές συνέργειες, εμφανίζεται ανοικτός σε νέες συνεργασίες, διεύρυνση του χαρτοφυλακίου σε συναφείς κατηγορίες, όπως οι ελιές, και εξαγορές. Όμως λέει «όχι» στην εξαγορά της Mινέρβα. Παράλληλα, βρίσκεται σε διαδικασία ένταξης σε αναπτυξιακό πρόγραμμα για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων, με επενδύσεις άνω των 1,2 εκατ. ευρώ.
Σε ό,τι αφορά διεθνείς συμφωνίες όπως αυτή της Mercosur, η εκτίμηση από τον κ. Αντωνόπουκλο είναι θετική. «Η μείωση των δασμών μπορεί να αυξήσει τους όγκους πωλήσεων», σημειώνει. «Μακροπρόθεσμα οι ΗΠΑ θα χάσουν. Η Ευρώπη απαντά. Δεν έχουμε όπλα, έχουμε λεφτά», λέει ο ίδιος. Ωστόσο σπεύδει να αναφέρει πως ο βασικός ανταγωνιστικός κίνδυνος παραμένει η Τυνησία, λόγω κόστους, υψηλής παραγωγής και της προνομιακής σχέσης της με την Ευρωπαϊκή Ένωση.