Υπάρχουν συμφωνίες που αφηγούνται κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια αλλαγή μετοχικής σύνθεσης. Και η είσοδος του EOS Hellenic Renaissance Fund II, υπό τον Απόστολο Ταμβακάκη, με πλειοψηφικό ποσοστό στη Φάρμα Κουκάκη, του Θανάση Κουκάκη, είναι μία από αυτές. Ένα deal που φαίνεται να αποτελεί το καύσιμο για το επόμενο βήμα της … «φάρμας». Όχι τόσο εντός των ελληνικών τειχών όπου η αγορά είναι πεπερασμένη όσο εκτός.
Άλλωστε όπως ανακοινώθηκε στο επίκεντρο της συμφωνίας βρίσκεται η υλοποίηση πενταετούς επενδυτικού πλάνου άνω των 20 εκατ. ευρώ (σ.σ. το 2024 ήταν σε εξέλιξη επενδύσεις 14,8 εκατ. ευρώ). Στόχος είναι η κατασκευή νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων, η ενίσχυση της εγχώριας παρουσίας και η υποστήριξη της αυξανόμενης ζήτησης στις αγορές του εξωτερικού (Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία).
Χθες (20/1) το στραγγιστό γιαούρτι της Φάρμα Κουκάκη πωλούνταν προς 4,65 λίρες τα 500 γρμ. στο Ocado στο Ηνωμένο Βασίλειο και ήταν sold out σε online κατάστημα του Βερολίνου. Στο Χονγκ Κόνγκ το «βρήκαμε» προς 8,64 ευρώ τα 500 γρμ. ενώ στη Γκάνα το κεφίρ σε συσκευασία 330 ml κοστίζει περί τα 10 ευρώ.
Αυτό δεν είναι απλώς μια εμπορική επιτυχία. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο διεθνές μπορεί να γίνει ένα ελληνικό προϊόν. Σε αυτό, για να μην λησμονούμε, έχει συμβάλει διαχρονικά η ΦΑΓΕ, μια επιτυχία πάνω στην οποία έχουν πατήσει όχι μόνο ελληνικές εταιρείες όπως η ΚΡΙ ΚΡΙ, που «έπαιξε το χαρτί» της διεθνούς ανάπτυξης και σήμερα θερίζει τους καρπούς αλλά κυρίως πολυεθνικές εταιρείες.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο Κιλκίς και στη Φάρμα Κουκάκη. Ο λόγος για τον οποίο Ταμβακάκης και Κουκάκης κινούνται προς το εξωτερικό είναι προφανής. Το μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς ελληνικού γιαουρτιού εκτιμήθηκε σε 34,75 δισ. δολ. το 2024 και προβλέπεται να φτάσει τα 55,14 δισ. δολ. έως το 2030, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) 8,2% την περίοδο 2025–2030.
Καθοριστικό ρόλο παίζει η αυξανόμενη ζήτηση για «καθαρά», φυσικά προϊόντα υψηλής θρεπτικής αξίας. Ενδεικτικά, η ευρωπαϊκή αγορά αντιπροσώπευε το 30,7% των παγκόσμιων εσόδων το 2024, με τη Γερμανία να κατέχει το μεγαλύτερο μερίδιο σε περιφερειακό επίπεδο.
Από εκεί θα προέλθει η όποια ανάπτυξη. Πέρυσι ο τζίρος της Φάρμα Κουκάκη ξεπέρασε τα 57 εκατ. ευρώ και τα EBITDA τα 7,5 εκατ. ευρώ. Ωστόσο ο ρυθμός αύξησης είναι χαμηλότερος σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Παραδείγματος χάριν το 2024 οι πωλήσεις της γαλακτοβιομηχανίας αυξήθηκαν 14,6% στα 50,7 εκατ. ευρώ και το EBITDA +47,04% στα 6,8 εκατ. ευρώ. Ενώ πέρυσι η αύξηση των πωλήσεων ήταν 11,05% και του EBITDA κοντά στο 10%.
Στην Ελλάδα το γάλα Φάρμα Κουκάκη πουλά μέσω των σούπερ μάρκετ περί τα 20 εκατ. ευρώ και είναι 5ο brand και στο γιαούρτι καταλαμβάνει τη 10η θέση με πωλήσεις γύρω στα 10 εκατ. ευρώ. Οι εξαγωγές αντιστοιχούν σήμερα περίπου στο 20% του τζίρου και αφορούν περισσότερες από 30 χώρες.
Ο στόχος είναι ένα στα δύο ευρώ που μπαίνουν στα ταμεία να προέρχεται από το εξωτερικό. Στόχος δύσκολος αλλά όχι ακατόρθωτος. Το ερώτημα, είναι, αν αυτό το έδαφος θα «καλυφθεί» αποκλειστικά με επώνυμα προϊόντα της Φάρμας Κουκάκη ή θα συνδυαστεί και με private label παραγωγή για λογαριασμό διεθνών αλυσίδων που «διψούν» για ελληνικό γιαούρτι.
Όσο για το fund, μπορεί να είναι πρόωρο να μιλά κανείς για έξοδο, καθώς μόλις απέκτησε την πλειοψηφία, όμως ο στόχος, παραμένει και δεν είναι άλλος από τη μέγιστη δυνατή απόδοση, σε μια συγκυρία όπου αρκετοί διεθνείς παίκτες δεν έχουν κρύψει το ενδιαφέρον τους για την απόκτηση παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα.