«Οι καιρικές συνθήκες και η κρίση στη Μέση Ανατολή είναι οι δύο βασικοί παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία της αγοράς», είπε χθες ο CEO της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, στο πλαίσιο παρουσίασης μελέτης του ΙΟΒΕ για το αποτύπωμα του κλάδου της ζυθοποιίας στην ελληνική οικονομία.
Ο Αργεντίνος Sebastian Sanchez, που σήμερα συμπληρώνει έναν χρόνο στο τιμόνι της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, απαντώντας σε ερώτηση του Euro2day.gr για το πως η τρέχουσα επηρεάζει την αγορά, είπε πως δεν έχει δει μέχρι στιγμής ουσιαστικές επιπτώσεις από την κρίση, ενώ -αν και υπάρχει ανησυχία για αυξήσεις στο κόστος δεν υπάρχει προς το παρόν κανένα σενάριο ανατιμήσεων και ότι η εταιρεία παραμένει εντός στόχων.
Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, παραμένει νούμερο ένα παίκτης παρά τη σημαντική υποχώρηση του μεριδίου της την τελευταία 20ετία, όπως είπε ο κ. Sanchez έχει προχωρήσει σε μειώσεις τιμής στα κουτάκι που πωλούνται στη λιανική ενώ στόχος είναι η εμπορική πολιτική του «every day low price».
Σε επίπεδο αγοράς, τα πρώτα στοιχεία της χρονιάς δείχνουν οριακή υποχώρηση κατά 1% σε σχέση με το 2025 όπου η κατανάλωση -σ.σ. δηλαδή πωλήσεις σε όγκο- υποχώρησε κατά 5% έναντι του 2024 που ήταν μια δυνατή χρονιά.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΟΒΕ, η μπίρα αντιστοιχεί περίπου στο 30% της συνολικής κατά κεφαλήν κατανάλωσης ποτών, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να βρίσκεται κοντά σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία όπου κυριαρχεί το κρασί.
Στην Ευρώπη η κατανάλωση μπίρας μειώνεται κυρίως από τις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Αντίθετα στον Νότο η κατανάλωση είναι χαμηλή με άλλα αλκοολούχα να υπερτερούν όπως το κρασί. Στην κατεύθυνση αυτή η ανάπτυξη μπορεί να προέλθει από την ενίσχυση της καινοτομίας με νέα προϊόντα και κατηγορίες, όπως η μπίρα χωρίς αλκοόλ, αλλά και από τη διεύρυνση της κατανάλωσης στην καθημερινότητα, με ανταγωνιστικές τιμές και μεγαλύτερη διαθεσιμότητα στα σημεία πώλησης.
Η εγχώρια παραγωγή μπύρας το 2024 ήταν 4,31 εκατ. εκατόλιτρα, ενώ ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 626 εκατ. ευρώ, εν μέρει ενισχυμένος από τον πληθωρισμό. Ο αριθμός των ζυθοποιιών έχει εκτοξευθεί σε περίπου 76 από μόλις 7 το 2008, αντανακλώντας την άνοδο των μικροζυθοποιείων.
Παρά τη διεύρυνση του οικοσυστήματος, η αγορά παραμένει σχετικά συγκεντρωμένη. Το μερίδιο των δύο μεγαλύτερων παικτών υποχώρησε στο 81% το 2024 από 93% το 2000, υποδηλώνοντας μεν μεγαλύτερο ανταγωνισμό, αλλά χωρίς ανατροπή των ισορροπιών.
Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία διατηρεί την πρώτη θέση με μερίδιο 54% (από 74% το 2009), ενώ ακολουθεί η Ολυμπιακή Ζυθοποιία με 27%. Μικρότερα μερίδια κατέχουν η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης (6%) και η Ζυθοποιία Μακεδονίας–Θράκης (5%), με τις λοιπές εταιρείες συμπεριλαμβανομένων των μικροζυθοποιιών να καλύπτουν το υπόλοιπο 8%.
Σε επίπεδο εμπορικών σημάτων, οι μεταβολές είναι εντονότερες. Η «Άλφα» έχει αναδειχθεί στην κορυφή, καταγράφοντας θεαματική άνοδο μεριδίου την τελευταία δεκαετία. Ακολουθεί ο «Μύθος», ενώ η «Amstel», άλλοτε κυρίαρχη, έχει υποχωρήσει σημαντικά από τα επίπεδα του 2000.
Η «Fix» κατέγραψε επίσης ενίσχυση σε βάθος χρόνου, αν και με κάμψη μετά το 2014, ενώ η «Heineken» έχει απωλέσει σημαντικό μερίδιο σε σχέση με τη θέση που κατείχε στις αρχές της περιόδου, ενώ η «Βεργίνα» ενισχύει την παρουσία της.