Υπάρχουν επιχειρηματικές σχέσεις που δεν τελειώνουν με σύγκρουση. Συνεργασίες που κάποτε παρουσιάστηκαν ως στρατηγικές και που στο τέλος σβήνουν υπό το βάρος δυσθεώρητων συσσωρευμένων ζημιών, μη εξυπηρετούμενων δανείων και όσων δεν έγιναν ποτέ.
Κάπως έτσι έκλεισε, τη Μεγάλη Τρίτη 7 Απριλίου, ο κύκλος της οικογένειας Μαρινόπουλου με τα Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο. Ένα βελούδινο διαζύγιο και μια αλλαγή σκυτάλης η οποία παραδόθηκε με τα δικαιώματα του δικτύου σε Ελλάδα και Κύπρο μαζί με τα «κλειδιά» της εταιρείας Μαρινόπουλος Καφέ στον όμιλο Alshaya (φωτ. ο Saleh Alshaya, Πρόεδρος των Starbucks στην Alshaya Group).
Για τους καταναλωτές, η αλλαγή αυτή πιθανότατα είναι αδιάφορη. Τα καταστήματα, 30 στην Ελλάδα και 18 στην Κύπρο, θα μείνουν ανοιχτά και ο καφές θα συνεχίσει να σερβίρεται. Όμως, η χθεσινή αλλαγή σηματοδοτεί το τέλος μιας 24χρονης σχέσης που ξεκίνησε με μεγάλες προσδοκίες και ολοκληρώνεται σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, με διαφορετικούς συσχετισμούς και διαφορετικά μεγέθη.
Το ελληνικό στοίχημα που κάποτε έμοιαζε στρατηγικό
Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Για την αμερικανική αλυσίδα από το Σιάτλ, η Ελλάδα όπου το πρώτο κατάστημα άνοιξε το 2002 στην πλατεία Κοραή, στη θέση του ιστορικού ζαχαροπλαστείου Φλόκα δεν ήταν απλώς μια ακόμη αγορά. Εντασσόταν σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική σε μια περίοδο που η επέκταση στη γηραιά ήπειρο μόλις ξεκινούσε.
Η συνεργασία της Starbucks Coffee International με τη Marinopoulos Brothers δεν περιοριζόταν στην εγχώρια παρουσία. Είχε σχεδιαστεί ως όχημα γεωγραφικής διείσδυσης, με την Ελλάδα να λειτουργεί ως κόμβος για την ανάπτυξη του brand σε Βαλκάνια, Κύπρο, Ελβετία και Αυστρία.
Δεν είναι τυχαίο ότι η είσοδος στην ελληνική αγορά ακολούθησε σχεδόν αμέσως μετά τη Ζυρίχη. Η Ελλάδα ανήκε ξεκάθαρα στον πρώτο κύκλο ανάπτυξης, ένα στοίχημα πρώτης γραμμής.
Από την άλλη πλευρά, η οικογένεια Μαρινόπουλου αποτελούσε τότε μία από τις ισχυρότερες δυνάμεις του ελληνικού λιανεμπορίου, με διεθνείς συνεργασίες όπως αυτή με την Carrefour. Για μια πολυεθνική αλυσίδα, η συμμαχία με την οικογένεια Μαρινόπουλου έμοιαζε ιδανική. Ωστόσο, παρά την παγκόσμια ισχύ του ονόματός της, η Starbucks δεν κατόρθωσε ποτέ να εξελιχθεί σε κυρίαρχο παίκτη ούτε στην Ελλάδα, ούτε σε άλλες αγορές όπου δραστηριοποιήθηκε μέσω της ίδιας συνεργασίας.
Η απόσταση ανάμεσα στο αρχικό αφήγημα και την πραγματικότητα άρχισε να γίνεται ορατή ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010. Το 2012, η αποχώρηση της Starbucks από την κοινή εταιρεία με την οικογένεια Μαρινόπουλου επισημοποίησε το τέλος της αρχικής στρατηγικής σύμπραξης. Η παρουσία του brand συνεχίστηκε, αλλά υπό διαφορετικούς όρους.
Ήταν, εξάλλου, περίπου την ίδια περίοδο που οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Μαρινόπουλου άρχισαν να εκτροχιάζονται. Και αυτό δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη μια δραστηριότητα όπως αυτή της Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο, ακόμη κι αν τυπικά παρέμενε διακριτή.
Τα μεγέθη επιβαρύνθηκαν. Μείωση τζίρου, συσσωρευμένες ζημιές, αρνητικά ίδια κεφάλαια, μη εξυπηρετούμενος δανεισμός και ορκωτοί ελεγκτές που έκαναν λόγο για ουσιώδη αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητας.
Παράλληλα, η σύμβαση δικαιόχρησης έπαψε να λειτουργεί ως σταθερό θεμέλιο. Η λήξη της δεν οδήγησε σε μια καθαρή ανανέωση, αλλά σε αλλεπάλληλες βραχυχρόνιες παρατάσεις, μια κατάσταση «αναμονής» που διατηρήθηκε μέχρι το 2023, όταν τελικά επεκτάθηκε για μία ακόμη δεκαετία. Παράλληλα, όμως, τόσο η οικογένεια Μαρινόπουλου όσο και η Starbucks αναζητούσαν τα τελευταία χρόνια μια κοινά αποδεκτή λύση απεμπλοκής.
Η είσοδος της Alshaya και τι προβλέπει η συμφωνία
Η λύση ήρθε τελικά από έναν γνώριμο σύμμαχο της Starbucks. Ο όμιλος Alshaya ανήκει στους μεγαλύτερους και μακροβιότερους αδειοδοτημένους συνεργάτες της αμερικανικής αλυσίδας καφέ παγκοσμίως. Από το πρώτο κατάστημα στο Κουβέιτ το 1999, έχει χτίσει ένα δίκτυο που σήμερα ξεπερνά τα 2.000 καταστήματα Starbucks σε 13 χώρες, εξυπηρετώντας πάνω από ένα εκατομμύριο πελάτες ημερησίως.
Με άλλα λόγια, η Starbucks επέλεξε έναν operator που γνωρίζει σε βάθος το brand. Στην Ελλάδα και την Κύπρο, το δίκτυο αριθμεί σήμερα 30 σημεία στην ελληνική αγορά και 18 στην κυπριακή, με περίπου 500 εργαζομένους.
Η νέα οντότητα θα φέρει την επωνυμία Alshaya Hellas SMSA στην Ελλάδα και Murgab Cyprus Ltd στην Κύπρο. Υπό τη νέα ηγεσία της Jacqueline Delpippo, Business Manager της Starbucks Ελλάδας και Κύπρου στον όμιλο Alshaya, η άμεση προτεραιότητα είναι η ομαλή μετάβαση. Ο Saleh Alshaya, μίλησε για μια «ιδιαίτερα σημαντική στιγμή» για την επιχείρηση, τονίζοντας ότι ο όμιλος προσβλέπει σε ένα δυναμικό μέλλον για το brand σε Ελλάδα και Κύπρο.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Duncan Moir, ευχαρίστησε τον όμιλο Μαρινόπουλου για τη 24χρονη συνεργασία και υπογράμμισε ότι η Alshaya, ως ο μεγαλύτερος αδειοδοτημένος συνεργάτης της Starbucks, διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να οδηγήσει την εμπειρία Starbucks στην περιοχή σε νέα φάση.
Από την πλευρά του, ο Γιάννης Μαρινόπουλος, ο οποίος κατείχε τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου πλέον επιστρέφει στην οικογενειακή επιχείρηση.
Για την οικογένεια Μαρινόπουλου, η αποχώρηση από τη Starbucks δεν είναι απλώς η απώλεια ενός ακόμη asset. Είναι το κλείσιμο ενός από τα πιο αναγνωρίσιμα διεθνή κεφάλαια που συνδέθηκαν με το όνομά της.
Για τη Starbucks, αντίθετα, η χθεσινή εξέλιξη μοιάζει με δεύτερη ευκαιρία. Βέβαια το πραγματικό ερώτημα είναι αν ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης μπορεί να αλλάξει την τροχιά ενός brand που στην Ελλάδα υπήρξε πάντα ισχυρό μόνο ως εικόνα.
Το τι θα κάνει η Alshaya σε ότι αφορά την ανάπτυξη της Starbucks σε Ελλάδα και Κύπρο, ή άλλων brands που έχει στο πορτοφόλιο της μένει να φανεί. Ο όμιλος Alshaya εκτός από τα Starbucks έχει σημαντικό αποτύπωμα στο διεθνές franchise, με περισσότερα από 50 brands στο χαρτοφυλάκιό του και πάνω από 3.500 καταστήματα, καφέ, εστιατόρια και χώρους αναψυχής σε MENA, Τουρκία και Ευρώπη.
Σε ότι αφορά την αρχιτεκτονική του deal η συμφωνία προβλέπει τη μεταβίβαση του 100% της Μαρινόπουλος Εταιρεία Καφέ ΜΑΕ από τη Marinopoulos Brothers SA στον όμιλο Alshaya.
Τραπεζικές πηγές αναφέρουν ότι η συμφωνία προβλέπει αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 5 εκατ. ευρώ, κεφάλαια που θα κατευθυνθούν στην αποπληρωμή τραπεζικών υποχρεώσεων σε Cepal, doValue και Intrum.
Οι συνολικές απαιτήσεις ξεπερνούσαν τα 25 εκατ. ευρώ στα τέλη του 2025.
Παράλληλα, στο πλαίσιο της συμφωνίας εξυγίανσης, καταβλήθηκαν 13,2 εκατ. ευρώ για τη δραστηριότητα στην Κύπρο. Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης ρήτρα μη ανταγωνισμού: η οικογένεια Μαρινόπουλου δεσμεύεται για τρία χρόνια να μην δραστηριοποιηθεί στον κλάδο καφέ και ροφημάτων στην Ελλάδα.