Παρά τη συνεχή επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας και την κάλυψη περίπου 2 εκατ. εργαζομένων, τα στοιχεία των ελέγχων της Επιθεώρησης Εργασίας δείχνουν ότι η παραβατικότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με τις παραβάσεις που σχετίζονται με την καταγραφή του ωραρίου να κυριαρχούν.
Τα τελευταία στοιχεία από τους ελέγχους της Επιθεώρησης Εργασίας καταδεικνύουν ότι, αν και το μέτρο έχει ενισχύσει σημαντικά τη διαφάνεια και την καταγραφή του πραγματικού χρόνου απασχόλησης, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στον έλεγχο και τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων.
Είναι ενδεικτικό ότι η μη χρήση ή η λανθασμένη χρήση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας αναδεικνύεται νούμερο ένα παράβαση, εδώ και αρκετούς μήνες. Έτσι και τον περασμένο Φεβρουάριο, καταγράφηκαν 278 παραβάσεις που αφορούσαν την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας. Τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν για μη ορθή καταγραφή του καθημερινού ωραρίου κατά το συγκεκριμένο μήνα, ανήλθαν σε 1.232.900 ευρώ.
Η εικόνα της τελευταίας τριετίας είναι ενδεικτική: το ποσοστό παραβατικότητας διαμορφώθηκε στο 29,1% το 2023, αυξήθηκε οριακά στο 29,98% το 2024 και υποχώρησε στο 26,97% το 2025. Ωστόσο, τα πρώτα στοιχεία για το 2026 δείχνουν ότι η τάση σταθεροποιείται, με την παραβατικότητα να διατηρείται στο 27,15% κατά το πρώτο δίμηνο του έτους.
Παρά την ελαφρά αποκλιμάκωση, η συνολική εικόνα αποτυπώνει μια αγορά που εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα σε φαινόμενα παρατυπιών.
Τον Φεβρουάριο πραγματοποιήθηκαν συνολικά, 6.550 έλεγχοι, από τους οποίους προέκυψαν 1.384 παραβάσεις και επιβλήθηκαν πρόστιμα άνω των 4 εκατ. ευρώ. Από αυτές, οι 1.015 παραβάσεις εντοπίστηκαν από την Επιθεώρηση Εργασιακών Σχέσεων, με ποσοστό 26,59%. Σε επίπεδο διμήνου, οι έλεγχοι ξεπέρασαν τους 12.700, με περισσότερες από 2.650 παραβάσεις και πρόστιμα που προσεγγίζουν τα 7,8 εκατ. ευρώ.
Στην κορυφή βρίσκονται σταθερά οι παραβάσεις που σχετίζονται με την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η εφαρμογή του μέτρου δεν συνοδεύεται πάντα από ορθή χρήση. Μόνο τον Φεβρουάριο καταγράφηκαν 278 παραβάσεις που αφορούσαν τη μη σωστή καταγραφή του ωραρίου, με πρόστιμα που ξεπέρασαν το 1,2 εκατ. ευρώ, ενώ στο δίμηνο ανήλθαν σε 571.
Ακολουθούν οι παραβάσεις που σχετίζονται με τη μη καταβολή δεδουλευμένων και επιδομάτων, οι ελλείψεις στους πίνακες προσωπικού -που συχνά υποκρύπτουν αδήλωτες υπερωρίες- καθώς και η αδήλωτη εργασία. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η παρουσία παραβάσεων που αφορούν άρνηση συνεργασίας με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, στοιχείο που καταδεικνύει τις δυσκολίες στην επιτόπια εποπτεία.
Η εικόνα διαφοροποιείται ανά κλάδο, με αυξημένη παραβατικότητα να εντοπίζεται σε δραστηριότητες όπως η ιδιωτική υγεία, οι υπηρεσίες καθαρισμού, οι εταιρείες εύρεσης εργασίας, οι τηλεπικοινωνίες και μια σειρά προσωπικών υπηρεσιών, όπως κομμωτήρια και κέντρα αισθητικής. Πρόκειται για τομείς όπου η ευελιξία στην απασχόληση και οι έντονες διακυμάνσεις στη ζήτηση δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για παρατυπίες.
Είναι βέβαια και οι κλάδοι στους οποίους ακόμη, δεν έχει επεκταθεί στο σύνολό τους η χρήση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, που αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο καταγραφής και ελέγχου του χρόνου απασχόλησης.
Ήδη η Κάρτα καλύπτει περίπου 2 εκατομμύρια εργαζόμενους και έχει συμβάλει στην αποκάλυψη πραγματικών ωρών εργασίας που στο παρελθόν δεν δηλώνονταν. Η σημαντική αύξηση των καταγεγραμμένων υπερωριών —με χαρακτηριστικό παράδειγμα την άνοδο κατά 92% τον Μάιο του 2025 και εκρηκτικές αυξήσεις στον τουρισμό— επιβεβαιώνει ότι ένα μεγάλο μέρος της αδήλωτης εργασίας μετατρέπεται πλέον σε δηλωμένη.
Η επέκταση του μέτρου σε νέους κλάδους από την 1η Απριλίου, με πλήρη εφαρμογή από τον Σεπτέμβριο, έχει διευρύνει το πεδίο εποπτείας, εντάσσοντας επιπλέον, περίπου 220.000 εργαζόμενους. Η πιλοτική περίοδος που προηγείται θεωρείται κρίσιμη για την ομαλή προσαρμογή της αγοράς.
Παράλληλα βέβαια, τα ευρήματα των ελέγχων επιβεβαιώνουν ότι η μάχη κατά της παραβατικότητας παραμένει ανοιχτή, με την αποτελεσματικότητα του μέτρου να εξαρτάται όχι μόνο από την τεχνολογία, αλλά και από τη συνέπεια στην εφαρμογή και την ένταση της εποπτείας.