Η Interwood-Ξυλεμπορία ανακοίνωσε χθες την υπογραφή προσυμφώνου για την πώληση ενός ακινήτου της προς 3 εκατ. ευρώ (τα δύο εκατ. ευρώ θα μειώσουν τον δανεισμό της και το ένα εκατ. θα δοθεί για επενδύσεις στις εγκαταστάσεις της Ελευσίνας), καθώς και ότι «βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις για την ολοκλήρωση τουλάχιστον μίας ακόμη πώλησης ακινήτου, ενισχύοντας περαιτέρω τη στρατηγική της ευελιξίας και την αξία προς τους μετόχους».
Είναι προφανές ότι μέσα από αυτές τις πωλήσεις, όχι μόνο θα χρηματοδοτηθούν κάποιες επενδύσεις, αλλά και θα δοθούν χρήματα για την υποχώρηση των δανειακών υποχρεώσεων του εισηγμένου ομίλου. Άλλωστε, ο υψηλός δανεισμός είναι το χαρακτηριστικό ολόκληρου του κλάδου της ξυλείας (ή καλύτερα όσων εταιρειών κατάφεραν να επιζήσουν), μετά από τη βαθιά οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.
Η ουσία είναι ότι μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι χρεωστικοί τόκοι της Interwood-Ξυλεμπορίας «κατατρώγουν» το παραγόμενο θετικό EBITDA, έτσι ώστε το καθαρό αποτέλεσμα είτε να είναι μικρό είτε και αρνητικό.
Ενδεικτική ήταν η εικόνα της εισηγμένης για το 2024, όταν είχε σημειώσει EBITDA ύψους +2,313 εκατ. ευρώ, πλην όμως οι υψηλοί χρεωστικοί τόκοι (2,15 εκατ., μέσα από τραπεζικό δανεισμό 25,7 εκατ. ευρώ) οδήγησαν σε καθαρή ζημία 428 χιλ. ευρώ.
Περίπου αντίστοιχη ήταν η εικόνα και στις λογιστικές καταστάσεις του πρώτου εξαμήνου του 2025. Συγκεκριμένα, η Interwood-Ξυλεμπορία εμφάνισε αυξημένες πωλήσεις (21,1 έναντι 20,5 εκατ. ευρώ), θετικό EBITDA 1,41 εκατ. ευρώ, χρεωστικούς τόκους 888 χιλ. και καθαρό κέρδος 101 χιλ. ευρώ.
Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι οι πωλήσεις των ακινήτων αποσκοπούν κατά κύριο λόγο: Πρώτον, στη μείωση της δανειακής έκθεσης της εισηγμένης. Και δεύτερον, σε μια ριζική αναδιάρθρωση του τραπεζικού δανεισμού του εισηγμένου ομίλου μέσα από μια σημαντική χρονική μετακύλιση λήξεων (σήμερα, ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι) και από ένα αξιοσημείωτο ψαλίδι στο μέσο κόστος του χρήματος.
Αν επιτευχθεί ο συγκεκριμένος στόχος, τότε -εκτός των άλλων- θα περιοριστεί σε σημαντικό βαθμό το ύψος των χρεωστικών τόκων, εξαιτίας της υποχώρησης τόσο των δανειακών υπολοίπων όσο και του επιτοκίου επιβάρυνσης, με αποτέλεσμα να προκύψει σαφώς μεγαλύτερος «χώρος» για αυξημένη κερδοφορία.