Η ελληνική αγορά ζυμαρικών είναι μια υπόθεση λίγων παικτών. Ακόμη λιγότεροι είναι εκείνοι που έχουν ως αποκλειστική δραστηριότητα τα ζυμαρικά. Και στο top 3 της αγοράς, μόνο μία εταιρεία παραμένει αμιγώς προσανατολισμένη σε αυτή την κατηγορία. Η ΜΑΚΒΕΛ- EURIMAC από το Κιλκίς.
Αυτή όμως δεν είναι η μοναδική ειδοποιός διαφορά της από τον ανταγωνισμό. Η ΜΑΚΒΕΛ- EURIMAC είναι ίσως η μόνη ελληνική βιομηχανία ζυμαρικών που κρατά δύο σημαίες. Την ελληνική και την Ιταλική, σε ένα «σύμφωνο συμβίωσης» που κρατά τρεις δεκαετίες.
Το 1996, πέντε χρόνια μετά την εξαγορά της ΜΙΣΚΟ από την Barilla, ο Σταύρος Κωνσταντινίδης, δεύτερη γενιά της ΜΑΚΒΕΛ και σημερινός πρόεδρος της ΜΑΚΒΕΛ-EURIMAC, συμφώνησε με τον Francesco Sempio, ιδρυτή της ιταλικής EURICOM spa, την πώληση του 50% της οικογενειακής βιομηχανίας. Η συμφωνία, όπως λέει ο Σταύρος Κωνσταντινίδης, γράφτηκε πάνω σε μια χαρτοπετσέτα ψαροταβέρνας.
Τριάντα χρόνια μετά, δεν έχει αλλάξει κάτι. Οι δύο πλευρές διατηρούν από 50% της εταιρείας. Οι Ιταλοί της EURICOM spa, εκπροσωπούνται με δύο μέλη στο διοικητικό συμβούλιο, όμως η καθημερινή διοίκηση παραμένει στην οικογένεια Κωνσταντινίδη.
Στελέχη της εταιρείας αποδίδουν τη μακροβιότητα αυτής της σχέσης στις καλές προσωπικές σχέσεις των δύο πλευρών, στις επιδόσεις της ελληνικής βιομηχανίας και στη σταθερή μερισματική απόδοση. Με απλά λόγια, όταν όλοι κερδίζουν, κανείς δεν έχει λόγο να διαταράξει την ισορροπία.
Αυτό το μοντέλο έχει δώσει στη ΜΑΚΒΕΛ χρόνο να επενδύσει, να καθετοποιήσει την παραγωγή, να χτίσει εξαγωγές και να μεγαλώσει. Και ίσως αυτό εξηγεί καλύτερα την απόφαση να πατήσει πέρυσι φρένο στην παραγωγή. Το 2025 η εταιρεία απέφυγε συνειδητά να κυνηγήσει επιθετικά νέες συνεργασίες, παρότι υπήρχε ζήτηση.
Όπως αναφέρει η διοίκηση στο Euro2day.gr, η παραγωγή είχε φτάσει στα όριά της και η εταιρεία προτίμησε να προστατεύσει την αξιοπιστία της, αντί να πιέσει περαιτέρω τις γραμμές της. Ο CEO της ΜΑΚΒΕΛ-EURIMAC, Οδυσσέας Παπαδόπουλος, το περιέγραψε με δύο λέξεις, «αμυνθήκαμε λίγο».
Βέβαια το μεγάλο ερώτημα είναι πώς σκοπεύει να αντιδράσει η βιομηχανία στην πίεση κόστους αν σκοπεύει να προχωρήσει σε ανατιμήσεις και πότε. Η εταιρεία όπως λέει η διοίκησή της δέχεται πιέσεις σε μεταφορικά, συσκευασίες και πρώτες ύλες, που φτάνουν το 20%.
Το σκληρό σιτάρι παραμένει ο μεγάλος άγνωστος. Η εικόνα της νέας σοδειάς θα καθορίσει την εμπορική πολιτική της επόμενης περιόδου, λέει η διοίκηση της βιομηχανίας η οποία σε ερώτηση του Euro2day.gr, ανέφερε ότι δεν έχει στείλει νέους τιμοκαταλόγους προς το λιανεμπόριο.
Πολιτική «χρονοκαθυστέρησης» που είχε ακολουθήσει και στις προηγούμενες κρίσεις, όπου και τότε οι νέοι τιμοκατάλογοι είχαν αποσταλεί μήνες μετά το ξέσπασμα των γεγονότων. Σε ότι αφορά το πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους και τις Κυβερνητικές παρεμβάσεις, η εταιρεία εκφράζει προβληματισμό, θεωρώντας ότι δημιουργούν στρεβλώσεις σε μια αγορά που ήδη λειτουργεί υπό πίεση.
Ανεβάζει τον πήχη στους 85.000 τόνους
Η EURIMAC παράγει περίπου το 50% των ελληνικών εξαγωγών ζυμαρικών και έχει παρουσία σε 60 χώρες, από την Κούβα, την Ιαπωνία και τη Βρετανία που είναι η μεγαλύτερη αγορά της.
Το 2024 ήταν χρονιά-ορόσημο. Η EURIMAC παρήγαγε 76.200 τόνους ζυμαρικών, την υψηλότερη επίδοση στην ιστορία της και τη μεγαλύτερη που έχει καταγράψει ελληνική επιχείρηση του κλάδου, όπως λένε άνθρωποι της βιομηχανίας από το Κιλκίς.
Το 2025 ακολούθησε μικρή κάμψη, λόγω της απόφασης να περιοριστεί η παραγωγική πίεση. Οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν στα 66,83 εκατ. ευρώ, από 72,56 εκατ. ευρώ. Τα EBITDA στα 12,56 εκατ. ευρώ από 13,81 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά φόρων στα 8,63 εκατ. ευρώ από 10,7 εκατ. ευρώ.
Από το 2020 έως το 2026, η EURIMAC θα έχει επενδύσει πάνω από 26 εκατ. ευρώ σε παραγωγή, τεχνολογία και υποδομές. Για το 2026, ο στόχος πωλήσεων έχει τεθεί στους 78.000 τόνους, ενώ με την ολοκλήρωση των επενδύσεων, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός προβλέπει παραγωγή 85.000 τόνων.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, η εταιρεία κατέχει συνολικό μερίδιο περίπου 30%, κυρίως μέσω προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, ενώ τα τελευταία χρόνια επενδύει στο επώνυμο brand ΜΑΚΒΕΛ. Από το 2022 έως το 2025, η συνολική αγορά ζυμαρικών αυξήθηκε κατά 5,3% σε όγκο, ενώ η ΜΑΚΒΕΛ αυξήθηκε κατά 77,2%.
Η εταιρεία ποντάρει και στη σειρά ζυμαρικών χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη μια μικρή αλλά ορατή κατηγορία με μερίδιο 0,6%. Για τη συγκεκριμένη σειρά έχει βρεθεί σε διαμάχη με τη Μέλισσα, σε μια διαμάχη που, σύμφωνα με τη διοίκηση της βορειοελλαδίτικης βιομηχανίας, έχει κερδίσει.