Με υπομονή θα πρέπει να οπλισθούν όσοι ρύθμισαν τα «κόκκινα» δάνειά τους μέσω συμφωνίας με servicers και τα εξυπηρετούν κανονικά.
Ο δρόμος της επιστροφής των θεραπευμένων δανείων (cured loans) στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, κάτι που θα σηματοδοτήσει και την επιστροφή των οφειλετών στην κανονικότητα, θα είναι αρκετά μακρύς, όπως εκτιμούν στελέχη τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης δανείων, ενώ η ουσιαστική επιτάχυνση των εξελίξεων θα πρέπει να αναμένεται από τον επόμενο χρόνο.
Η επιστροφή ενός θεραπευμένου δανείου στο τραπεζικό σύστημα είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα για τους δανειολήπτες που προσπάθησαν και πέτυχαν να καταλήξουν σε μια νέα συμφωνία με τους servicers για την εξυπηρέτηση των οφειλών τους. Από αυτό το σημείο και μετά μπορούν να ελπίζουν ότι θα μπορέσουν να πάρουν πάλι τραπεζικά δάνεια.
Η διαδικασία είναι σημαντική και για τις ίδιες τις τράπεζες. Από τη μεγάλη «λίμνη» των «κόκκινων» δανείων που έχουν τιτλοποιηθεί με το σχέδιο «Ηρακλής» και βρίσκονται υπό τη διαχείριση των servicers (δάνεια ύψους 81,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος), οι τράπεζες περιμένουν ότι θα ενισχύσουν τα χαρτοφυλάκια των «καλών» δανείων τους, προχωρώντας σε συναλλαγές αγοράς πακέτων θεραπευμένων δανείων.
Η πρώτη συναλλαγή
Όμως, έξι χρόνια μετά την έναρξη εφαρμογής του σχεδίου «Ηρακλής», αυτός ο ιδιότυπος «επαναπατρισμός» δανείων παραμένει στο μηδέν.
Πρόσφατα έγινε η πρώτη συναλλαγή στη δευτερογενή αγορά για την πώληση θεραπευμένων δανείων της τιτλοποίησης Cairo, όμως ο αγοραστής δεν ήταν τράπεζα. Το πακέτο, αξίας 230 εκατ. ευρώ, κατέληξε στο fund Fortress, που είναι και μέτοχος στην doValue, την εταιρεία διαχείρισης των δανείων.
Αυτή η «εσωτερική» συναλλαγή έγινε για να αντληθεί ρευστότητα για την πρώτη αποπληρωμή ομολογιών υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes) του Cairo II, οι οποίες φέρουν την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου.
Έτσι, τα πρώτα θεραπευμένα δάνεια που πουλήθηκαν στη δευτερογενή αγορά ουσιαστικά «πάρκαραν» σε ένα ενδιάμεσο φορέα (fund), που θα τα μεταπωλήσει αργότερα, σε υψηλότερη τιμή, σε μια τράπεζα.
Προς το παρόν, όμως, οι τράπεζες έχουν πολλούς λόγους να μην βιάζονται να αποκτήσουν θεραπευμένα δάνεια και δεν αναμένεται στο άμεσο μέλλον να δούμε σημαντικές συναλλαγές, όπως εκτιμούν στελέχη της αγοράς.
Θεραπεία σε αργή κίνηση
Πριν φθάσει ένα δάνειο στο τελικό στάδιο, όπου μπορεί να αγορασθεί από μια τράπεζα, περνά από μια μακρά και δύσκολη διαδικασία θεραπείας.
- Στο τέλος του 2025, οι servicers είχαν υπό τη διαχείρισή τους δάνεια ύψους 81,5 δισ. ευρώ που ανήκουν σε αγοραστές δανείων (funds) και συνδέονται με τις τιτλοποιήσεις του «Ηρακλή».
- Από αυτά τα δάνεια, οι servicers είχαν καταφέρει να ρυθμίσουν δάνεια ύψους 17,36 δισ. ευρώ. Τα περισσότερα (61%) είχαν περάσει σε λύση οριστικής διευθέτησης, μεταξύ άλλων και μέσω πλειστηριασμών.
- Στην παρούσα φάση, ένα μικρό ποσοστό δανείων, γύρω στο 20%, έχουν ρυθμισθεί και πληρούν τα εποπτικά κριτήρια για να θεωρηθούν θεραπευμένα.
Γιατί διστάζουν οι τράπεζες
Κάθε δανειολήπτης που έχει ρυθμίσει το δάνειό του και πληρώνει χωρίς καθυστερήσεις εύλογα θα διερωτηθεί γιατί οι τράπεζες δεν παίρνουν ακόμη το δάνειό του στο χαρτοφυλάκιό τους.
- Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA) και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός της ΕΚΤ (SSM) επιβάλλουν εξαιρετικά αυστηρούς κανόνες για τον χαρακτηρισμό ενός δανείου ως «εξυπηρετούμενου».
- Ακόμα και όταν ένα δάνειο χαρακτηρίζεται ως θεραπευμένο, η μεταφορά του στον τραπεζικό ισολογισμό αυξάνει το Σταθμισμένο ως προς τον Κίνδυνο Ενεργητικό (Risk-Weighted Assets - RWA) περισσότερο από όσο θα αυξανόταν από ένα νέο δάνειο.
- Το ζήτημα της αποτίμησης των δανείων για την αγορά τους από τις τράπεζες είναι αρκετά περίπλοκο, καθώς πρέπει να βρεθούν τιμές πώλησης που θα ικανοποιούν τόσο τις τράπεζες, όσο και τα funds που κατέχουν τα δάνεια.
- Τα δάνεια βρίσκονται «παρκαρισμένα» σε οχήματα ειδικού σκοπού (SPVs) στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων του προγράμματος «Ηρακλής».
- Αυτή τη στιγμή, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα διαθέτει πλεονάζουσα ρευστότητα, όμως οι διοικήσεις των τραπεζών προτιμούν να διοχετεύσουν αυτή τη ρευστότητα στη δημιουργία νέων χαρτοφυλακίων, παρά να αγοράσουν παλαιό ρίσκο.