Η εκτίναξη της τιμής του γάλλιου, που έφτασε τις τελευταίες ημέρες μια ανάσα από τις 3.000 δολάρια το κιλό (2.925 δολάρια), έχει ως αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος τομέας να έχει αναβαθμιστεί σημαντικά, που σημαίνει ότι θα συνεισφέρει πλέον στα EBITDA του ομίλου, όχι 40 εκατ. το χρόνο, όπως οι αρχικές εκτιμήσεις, αλλά κοντά στα 200 εκατ. ευρώ ετησίως.
Η αγορά μεγαλώνει συνεχώς, οι νέοι περιορισμοί της Κίνας καθιστούν το μέταλλο όλο και πιο σπάνιο και άνθρωποι που γνωρίζουν καλά το αντικείμενο, τονίζουν ότι “σε μερικά χρόνια από σήμερα θα θυμόμαστε ως μακρινό όνειρο τη τιμή των 3.000 δολαρίων το κιλό”.
Στη περίπτωση της Μetlen, η αρχική παραγωγή στις εγκαταστάσεις της Αλουμίνιον στον Αγ. Νικόλαο Βοιωτίας αναμένεται το 2027, με αύξηση στους 50 τόνους ετησίως έως το 2028 και όλα δείχνουν ότι η εταιρεία προσδοκά ακόμη υψηλότερες τιμές, γεγονός που με τη σειρά του σημαίνει ότι οι όποιες συμφωνίες πώλησης μετατίθενται για το μέλλον.
Αν και ο όμιλος βρίσκεται σε συζητήσεις για να κλείσει συμβόλαια με εταιρείες από την Ευρώπη, την Ιαπωνία και τη Κορέα, όσο κυρίως με την αγορά των ΗΠΑ, το πιθανότερο είναι ότι θα περιμένει, καθώς σε μερικούς μήνες από σήμερα η τιμή πώλησης του γαλλίου μπορεί να είναι πολλαπλάσια.
Πίσω από τα νέα ιστορικά ρεκόρ βρίσκονται οι πρόσφατοι περιορισμοί της Κίνας στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών που αυξάνουν την ανησυχία για την παγκόσμια επάρκεια του μετάλλου που αποτελεί κρίσιμη πρώτη ύλη για την παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών, συστημάτων τηλεπικοινωνιών, φωτοβολταϊκών εφαρμογών και αμυντικών τεχνολογιών.
Η αντίδραση της αγοράς προήλθε μετά την απόφαση του Πεκίνου να επιβάλει από τις 15 Ιουνίου ακόμη πιο αυστηρό έλεγχο σε 36 στρατηγικά ορυκτά και ενεργειακές πρώτες ύλες, μεταξύ των οποίων και το γάλλιο, καθώς και άλλες σπάνιες γαίες. Ενισχύοντας το θεσμικό πλαίσιο ελέγχου των κρίσιμων πόρων της χώρας, οι νέοι κανονισμοί επιβεβαιώνουν την πρόθεση της Κίνας να διατηρήσει τον κυρίαρχο ρόλο της στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Αν και οι τιμές παράδοσης στις ΗΠΑ (DDP) έφτασαν χθες μεταξύ 2.300 και 2.500 δολαρίων ανά κιλό, η συναλλαγή που τράβηξε το ενδιαφέρον της αγοράς έγινε τη περασμένη Παρασκευή στην τιμή των 2.925 δολαρίων το κιλό και αφορούσε τη προμήθεια γαλλίου σε βιομηχανία ηλεκτρονικών και ημιαγωγών στην Ιαπωνία.
Ταυτόχρονα, η εταιρεία παροχής πληροφοριών και τιμών μετάλλων Fastmarkets προχώρησε σε μια κίνηση που θεωρείται άμεσα συνδεδεμένη με τη στρατηγική της Ουάσιγκτον να περιορίσει την εξάρτηση της από τη Κίνα σε μέταλλα που αφορούν τα microchips, τα data centers, τα συστήματα ΑΙ και το τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό.
Η Fastmarkets προχώρησε στην έναρξη δημοσίευσης νέων δεικτών τιμών για το γάλλιο, το βισμούθιο και το ίνδιο στις ΗΠΑ. Σε μια συγκυρία που η αξία του γαλλίου επηρεάζεται όλο και περισσότερο από το γεωπολιτικό στοιχείο και ζητήματα εθνικής ασφάλειας, οι νέοι δείκτες DDP US αποτυπώνουν το πραγματικό κόστος προμήθειας για τους Αμερικανούς αγοραστές, συμπεριλαμβάνοντας δασμούς, μεταφορικά, ασφαλιστικά κόστη και άλλες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή των παραπάνω μετάλλων.