«Δεν χρειαζόμαστε πιο αισιόδοξες μακροοικονομικές παραδοχές για να υλοποιήσουμε το σχέδιό μας. Ένας υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης θα ήταν πρόσθετο όφελος. Δική μας δουλειά είναι να κερδίσουμε μεγαλύτερο μερίδιο της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας που δημιουργεί αυτός ο επενδυτικός κύκλος», δήλωσε ο Βασίλης Ψάλτης, τοποθετούμενος για το στρατηγικό σχέδιο που ανακοίνωσε η τράπεζα.
«Από τον ρόλο του δανειστή που στηρίζεται κυρίως στον ισολογισμό του, περνάμε σε εκείνον του χρηματοοικονομικού εταίρου για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, με έμφαση στις συμβουλευτικές υπηρεσίες και σε δραστηριότητες που δεσμεύουν λιγότερα κεφάλαια».
«Μια επιχείρηση που αυξάνει την παραγωγική της δυναμικότητα χρειάζεται χρηματοδότηση», συνέχισε. «Χρειάζεται όμως και υπηρεσίες πληρωμών, διαχείριση ρευστότητας και αντιστάθμιση κινδύνων. Μια επιχείρηση που επεκτείνεται σε άλλη χώρα χρειάζεται χρηματοδότηση εμπορικών συναλλαγών και διασυνοριακές τραπεζικές υπηρεσίες. Μια επιχείρηση που εξαγοράζει έναν ανταγωνιστή της χρειάζεται συμβουλευτικές υπηρεσίες και πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές».
«Το περιθώριο ανάπτυξης στο σημερινό μας πελατολόγιο είναι συγκεκριμένο. Από τις μεγάλες επιχειρήσεις στις οποίες έχουμε χορηγήσει σημαντική χρηματοδότηση, περίπου τρεις στις τέσσερις δεν χρησιμοποιούν ακόμη τις υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής που προσφέρουμε. Η AXIA μάς δίνει την τεχνογνωσία στις συμβουλευτικές υπηρεσίες και στις κεφαλαιαγορές για να καλύψουμε αυτό το κενό».
Αναφερόμενος στα νοικοκυριά, σημείωσε ότι «οι αποφάσεις για το πώς θα επενδύσουν, θα αγοράσουν σπίτι, θα προστατεύσουν την οικογένειά τους και θα προετοιμαστούν για τη συνταξιοδότηση συνδέονται μεταξύ τους. Χρειάζονται εύκολη πρόσβαση στις υπηρεσίες μας, συμβουλές όπου τους είναι χρήσιμες και έναν απλό τρόπο να πραγματοποιούν ψηφιακά τις συναλλαγές τους».
«Οι πελάτες μας μάς ζητούν διεθνείς υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας. Θέλουμε να μπορούν να καλύπτουν και αυτές τις ανάγκες στην Alpha Bank, χωρίς να χρειάζεται να απευθύνονται αλλού», συνέχισε ο CEO της Alpha Bank.
«Έως το 2030, στόχος μας είναι να αυξήσουμε από το 40% στο 66% το ποσοστό των πελατών της κατηγορίας Affluent που έχουν ξεκινήσει να επενδύουν».
Αναφερόμενος στην εξαγορά της AstroBank, επεσήμανε ότι «διεύρυνε την παρουσία μας στην Κύπρο και ενίσχυσε την τεχνογνωσία μας στην εξυπηρέτηση μικρών επιχειρήσεων, ΜμΕ και πελατών private banking. Είχαμε όμως ήδη αποκτήσει δυναμική. Πριν από την εξαγορά, το μερίδιό μας στις νέες χορηγήσεις ήταν περίπου 11%, σχεδόν διπλάσιο από το μερίδιό μας στο σύνολο των υφιστάμενων δανείων της κυπριακής αγοράς. […] Στην Ελλάδα δίνουμε έμφαση στην κάλυψη περισσότερων αναγκών των υφιστάμενων πελατών μας. Στην Κύπρο έχουμε επιπλέον περιθώριο να αυξήσουμε το μερίδιό μας στην αγορά».
«Αναμένουμε τα έσοδά μας να αυξάνονται κατά περίπου 7% ετησίως, από περίπου 2,5 δισ. ευρώ το 2026 σε 3,3 δισ. ευρώ έως το 2030. Εκτιμούμε ότι περίπου τα τρία τέταρτα αυτής της αύξησης θα προέλθουν από τις δραστηριότητές μας με πελάτες, με τρεις πηγές εσόδων να συμβάλλουν σε παρόμοιο βαθμό», συνέχισε.
«Σχεδιάζουμε να δαπανήσουμε περίπου 900 εκατ. ευρώ για τεχνολογία την περίοδο 2027–2030. Το σύνολο της πρόσθετης δαπάνης θα κατευθυνθεί στον μετασχηματισμό της Τράπεζας».
«Καθώς η τεχνολογία μειώνει τον χρόνο που απαιτεί η διεκπεραίωση συναλλαγών, θα εκπαιδεύσουμε συναδέλφους μας για να αναλάβουν ρόλους συμβουλευτικής και διαχείρισης πελατειακών σχέσεων. Παράλληλα, θα προχωρήσουμε σε στοχευμένες προσλήψεις.
Στα καταστήματα, στόχος μας είναι να μετατρέψουμε το 30% των θέσεων εξυπηρέτησης πελατών σε θέσεις υπευθύνων πελατειακών σχέσεων. Επιδιώκουμε επίσης να λάβουν πιστοποίηση χρηματοοικονομικού συμβούλου όσοι υπεύθυνοι πελατειακών σχέσεων πληρούν τις προϋποθέσεις».
Σε ό,τι αφορά τη χρήση των κεφαλαίων, δήλωσε: «Η αρχή μας είναι απλή. Επενδύουμε εκεί όπου μπορούμε να δημιουργήσουμε μεγαλύτερη αξία και επιστρέφουμε στους μετόχους το κεφάλαιο που δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε με ελκυστική απόδοση».