Σε υποβάθμιση της Ελλάδας σε underweight από neutral προχωρά η HSBC στο GEMs Equity 2026 Outlook, εκτιμώντας ότι το ελληνικό χρηματιστήριο έχει πλέον εξαντλήσει τη θετική του δυναμική μετά το εντυπωσιακό ράλι του 2025 και εισέρχεται σε μια φάση αυξημένων τεχνικών και θεσμικών κινδύνων.
Όπως επισημαίνει ο οίκος, οι ελληνικές μετοχές κατέγραψαν άνοδο περίπου 75% το 2025, με αποτέλεσμα οι βασικοί θετικοί καταλύτες –διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση και ενίσχυση μερισμάτων– να θεωρούνται πλέον πλήρως αποτιμημένοι. Σε αυτό το πλαίσιο, η HSBC εμφανίζεται πιο επιφυλακτική για τη συνέχεια, ειδικά καθώς πλησιάζουν κρίσιμες αλλαγές στο καθεστώς δεικτών.
«Όταν η αναβάθμιση γίνεται υποβάθμιση»
Κεντρικό επιχείρημα της HSBC είναι ότι η αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά από τον FTSE Russell, που έχει προγραμματιστεί να τεθεί σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 2026, ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις για τη χρηματιστηριακή αγορά.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου:
- Η μετάβαση αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει παθητικές εκροές σχεδόν 400 εκατ. δολαρίων.
- Από τις 30 ελληνικές μετοχές που σήμερα συμμετέχουν στον δείκτη FTSE Emerging Markets, μόλις 8 εκτιμάται ότι θα ενταχθούν στον FTSE Developed Markets.
- Οι υπόλοιπες θα υποβαθμιστούν στον δείκτη Developed Markets Small Cap, με αισθητά χαμηλότερη ορατότητα και ρευστότητα.
Η HSBC τονίζει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι τόσο η απόφαση του FTSE όσο το ενδεχόμενο να ακολουθήσει και η MSCI μέσα στο 2026, κάτι που θα είχε πολύ σοβαρότερες συνέπειες, δεδομένου ότι η πλειονότητα των ενεργών κεφαλαίων αναδυόμενων αγορών είναι συνδεδεμένη με τους δείκτες MSCI.
Ο κίνδυνος «επενδυτικής απομόνωσης»
Στις σελίδες 44–45, η HSBC περιγράφει με έντονο τρόπο τον κίνδυνο η Ελλάδα να βρεθεί σε μια επενδυτική «γκρίζα ζώνη» μεταξύ αναδυόμενων και ανεπτυγμένων αγορών.
Συγκεκριμένα:
- Περίπου 60% των GEMs funds επενδύουν σήμερα στην Ελλάδα.
- Αντίθετα, μόλις 7% των global funds έχουν έκθεση στη χώρα.
- Σε περίπτωση εξόδου από το σύμπαν των αναδυόμενων αγορών, 10%–20% των GEMs funds ενδέχεται να υποχρεωθούν θεσμικά να μειώσουν ή να μηδενίσουν θέσεις.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η HSBC, η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί από «ζωντανή ιστορία αναδυόμενης αγοράς» σε μια «μικρή και σχετικά μη ρευστή γωνιά του ανεπτυγμένου κόσμου», χωρίς ουσιαστικό ενδιαφέρον από τα μεγάλα διεθνή χαρτοφυλάκια.
Τράπεζες: «Ώρα για ανάσα»
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η HSBC και στις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες –αν και εισέρχονται στο 2026 με ισχυρά θεμελιώδη– θεωρεί ότι βρίσκονται πλέον σε φάση ωρίμανσης της αποτίμησης.
Ο οίκος αναγνωρίζει:
- Τον καθαρότερο ισολογισμό
- Τη βελτιωμένη κερδοφορία
- Την ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση
- Τη στήριξη από την εταιρική πίστη μέσω των έργων του RRF
- Τη βελτίωση της μερισματικής πολιτικής, με στόχο payout ratio 50% το 2026 και μερισματική απόδοση κοντά στο 5,3%
Ωστόσο, επισημαίνει ότι:
- Μετά από άνοδο περίπου 78% το 2025, οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών έχουν πλησιάσει τα επίπεδα των ανεπτυγμένων αγορών.
- Πολλοί θετικοί καταλύτες –μερίσματα, αναβαθμίσεις αξιολόγησης, μικρής κλίμακας εξαγορές– έχουν ήδη ενσωματωθεί στις τιμές.
- Η τοποθέτηση των GEMs funds στον τραπεζικό κλάδο είναι πλέον βαριά, περιορίζοντας το περιθώριο νέων εισροών.
Η υποβάθμιση της Ελλάδας σε underweight δεν συνιστά αμφισβήτηση της οικονομικής προόδου της χώρας, αλλά μια καθαρά επενδυτική αξιολόγηση timing και flows. Μετά από ένα εξαιρετικό ράλι, η HSBC εκτιμά ότι το 2026 ενδέχεται να αποτελέσει έτος εξισορρόπησης, με αυξημένους τεχνικούς κινδύνους από δείκτες και περιορισμένο ανοδικό περιθώριο σε σχέση με άλλες αναδυόμενες αγορές.