O οίκος της ιταλικής Intesa Sanpaolo ξεκινά την κάλυψη των ελληνικών τραπεζών, καθώς ο κλάδος εισέρχεται σε περίοδο επιταχυνόμενης πιστωτικής ανάπτυξης, σταθερής κερδοφορίας και αυξανόμενων επιστροφών κεφαλαίου προς τους μετόχους, σε ένα περιβάλλον που θυμίζει ολοένα και περισσότερο τις νότιες ευρωπαϊκές αγορές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Intesa Sanpaolo ξεκινά κάλυψη και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες. Θετική στάση διατηρεί για την Τράπεζα Πειραιώς (αγορά), λόγω υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης και ελκυστικού προφίλ ανταμοιβής μετόχων, καθώς και για τη Eurobank (αγορά), όπου η ενσωμάτωση πρόσφατων εξαγορών, κυρίως στην Κύπρο και στον ασφαλιστικό τομέα αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την κερδοφορία.
Θετική είναι επίσης η άποψη για την Alpha Bank (αγορά), η οποία συνδυάζει ισχυρή δυναμική κερδών με προοπτική αυξημένων διανομών, ενώ για την Εθνική Τράπεζα (ουδέτερη) η σύσταση είναι πιο ουδέτερη, αντανακλώντας τη μικρότερη προοπτική ανόδου της μετοχής παρά το εξαιρετικά ισχυρό κεφαλαιακό της απόθεμα. Οι τιμές-στόχοι είναι για την Πειραιώς 10,6 ευρώ με περιθώριο ανόδου 22%, τη Eurobank 4,9 ευρώ με περιθώριο ανόδου 17%, την Alpha Βank 4,7 ευρώ με περιθώριο ανόδου 16% και την Εθνική Tράπεζα 15,4 ευρώ με περιθώριο ανόδου 1,2%.
Μετά από περισσότερο από μία δεκαετία απομόχλευσης, εξυγίανσης ισολογισμών και δραστικής μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει πλέον γυρίσει σελίδα. Το μακροοικονομικό πλαίσιο λειτουργεί υποστηρικτικά: σταθεροί ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ, αποκλιμάκωση της ανεργίας, πρωτογενή πλεονάσματα και σαφής βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες επανεκκινούν την πιστωτική τους δραστηριότητα, με την Intesa να εκτιμά μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης δανείων 5-7% την περίοδο 2025-2028.
Το τραπεζικό σύστημα παραμένει έντονα συγκεντρωμένο. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ελέγχουν άνω του 95% των συνολικών στοιχείων ενεργητικού, των καταθέσεων και των καθαρών χορηγήσεων. Η ολιγοπωλιακή αυτή δομή ενισχύει τη δυνατότητα διατήρησης ισχυρών καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου τα επιτόκια καταθέσεων παραμένουν από τα χαμηλότερα στην Ευρωζώνη, ενώ τα επιτόκια νέων δανείων συγκαταλέγονται στα υψηλότερα. Το αποτέλεσμα είναι ένα μείγμα εσόδων που επιτρέπει την απορρόφηση πιθανών διακυμάνσεων στα επιτόκια πολιτικής χωρίς έντονη πίεση στην κερδοφορία.
Σε επίπεδο αποτελεσμάτων, η εικόνα είναι πλέον ποιοτικά διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν. Η Intesa Sanpaolo εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να διατηρήσουν απόδοση ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 14% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κερδών ανά μετοχή περίπου 9,6% έως το 2028. Η κερδοφορία αυτή δεν στηρίζεται μόνο στα επιτοκιακά έσοδα, αλλά και στη σταδιακή ενίσχυση των προμηθειών, κυρίως μέσω διαχείρισης περιουσίας, ασφαλιστικών εργασιών και επιλεκτικών εξαγορών, ιδιαίτερα στην Κύπρο.
Το κεφαλαιακό προφίλ αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο άξονα του επενδυτικού αφηγήματος. Μετά τα stress tests και τη συνεχή αποκλιμάκωση των απαιτήσεων του Πυλώνα 2, οι τράπεζες διαθέτουν αυξημένη ευελιξία στη διανομή κεφαλαίου.
Η Intesa υπολογίζει ότι συνολικά έως και 16,5 δισ. ευρώ κεφαλαίου θα μπορούσαν να επιστραφούν στους μετόχους την περίοδο 2025-2028, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 34% της τρέχουσας χρηματιστηριακής τους αξίας. Οι επιστροφές αυτές θα λάβουν τη μορφή τόσο μερισμάτων όσο και επαναγορών μετοχών, με τη δυναμική να ενισχύεται όσο μειώνεται περαιτέρω η εξάρτηση από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις.
Από πλευράς αποτίμησης, παρά το ισχυρό ράλι των τελευταίων ετών, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση έναντι των ευρωπαϊκών ομοειδών τους. Με βάση τις εκτιμήσεις για το 2027, ο μέσος δείκτης κερδών κινείται κοντά στις 9,4 φορές και η αποτίμηση σε όρους ενσώματης λογιστικής αξίας γύρω στη 1,25 φορά.
Τα επίπεδα αυτά συνεπάγονται έκπτωση της τάξης του 14-15% σε σχέση με τράπεζες της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, οι οποίες διαπραγματεύονται με υψηλότερους πολλαπλασιαστές, παρά συγκρίσιμες αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων. Η επόμενη διετία δεν θα κριθεί τόσο από την επέκταση των αποτιμήσεων, όσο από τη δυνατότητα των τραπεζών να μετατρέψουν τη σταθερή κερδοφορία σε απτές αποδόσεις για τους μετόχους. Σε αυτό το μέτωπο, οι ελληνικές τράπεζες δείχνουν πλέον να βρίσκονται σε πολύ πιο ισχυρή θέση από ό,τι στο παρελθόν.