Τα πολυαναμενόμενα δημοσιονομικά κίνητρα της Γερμανίας αρχίζουν να στηρίζουν την ανάπτυξη, επισημαίνει η Bank of America, ωστόσο προειδοποίησε ότι το πρόσφατο ράλι στις ευρωπαϊκές μετοχές μπορεί να αντανακλά ήδη μεγάλο μέρος της ανόδου και ενδεχομένως οι αγορές υπάρξει κάποια απογοήτευση στις αγορές.
Σύμφωνα με την αμερικανική τράπεζα, τα πρώτα σημάδια της επίδρασης των κινήτρων έχουν κάνει την εμφάνισή τους στα μακροοικονομικά στοιχεία. Οι παραγγελίες των γερμανικών εργοστασίων αυξήθηκαν περισσότερο από 40% σε τριμηνιαία βάση και οι οικονομολόγοι της τράπεζας αναβάθμισαν την πρόβλεψή τους για την ανάπτυξη το 2026 για τη Γερμανία στο 1%, όπως και για την ευρωζώνη στο 1,2%.
Παρά τις αναβαθμίσεις αυτές, η τράπεζα εκτιμάει ότι η αύξηση της ιδιωτικής ζήτησης σε ολόκληρη την ευρωζώνη δεν αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω από τα επίπεδα των τελών του 2025.
Κάτι που υποδηλώνει περιορισμένα περιθώρια για ανάκαμψη των δεικτών της επιχειρηματικής δραστηριότητας και παρά ότι οι μετοχές έχουν ήδη ανέβει περίπου 15% τους τελευταίους έξι μήνες.
Η Bank of America υποστηρίζει ότι οι αγορές εμφανίζονται τώρα τιμολογημένες για μια ισχυρότερη ανάκαμψη από ό,τι υποστηρίζουν οι τρέχουσες οικονομικές τάσεις.
Άλλοι παράγοντες για την ανάπτυξη, όπως οι πιστωτικές συνθήκες, ο κύκλος αποθεμάτων και οι νομισματικές κινήσεις έχουν επίσης αποδυναμωθεί, γεγονός που θα μπορούσε να επιβαρύνει τα περαιτέρω κέρδη.
Παραμένει αρνητική για τις ευρωπαϊκές μετοχές συνολικά και προβλέπει περίπου 15% πτώση, με τις κυκλικές μετοχές να υπολείπονται των αμυντικών κατά περίπου 10%.
Εντός της ευρωζώνης, ωστόσο, ο οίκος εμφανίζεται πιο θετικός για τις γερμανικές μετοχές. Οι γερμανικές μετοχές υπολείπονται της ευρύτερης αγοράς κατά περίπου 11% από τον περασμένο Μάιο, φέρνοντας τις αποτιμήσεις κοντά σε χαμηλό 14 μηνών.
Με τη δημοσιονομική στήριξη να αρχίζει να επιδρά, η τράπεζα βλέπει πιο ισορροπημένες προοπτικές και περίπου 5% πιθανή υπεραπόδοση τους επόμενους μήνες.
Προτιμά επίσης τις εταιρείες με εγχώριο προσανατολισμό, όπως και τις μικρές κεφαλαιοποιήσεις, υποστηρίζοντας ότι έχουν τιμολογηθεί για μια εντονότερη κάμψη της δραστηριότητας από ό,τι φαίνεται πιθανό.
Οι κλάδοι των ακινήτων και των τηλεπικοινωνιών, όπως τονίζει, φαίνονται επίσης υποτιμημένοι σε σχέση με τις αναμενόμενες τάσεις των επιτοκίων και των premium κινδύνου.