Σε ένα περιβάλλον «risk-off» μετά το ξέσπασμα της κρίσης στο Ιράν, το Χρηματιστήριο Αθηνών εμφανίζει συγκρατημένη αντίδραση, με τους επενδυτές να αναδιαρθρώνουν τα χαρτοφυλάκιά τους προς πιο «αμυντικές» επιλογές, σύμφωνα με εκθέσεις αναλυτών της AXIA - Alpha Finance και της Optima Bank. Η αρχική εκτίμηση είναι ότι η άμεση επίδραση στις εισηγμένες είναι περιορισμένη, ωστόσο η πραγματική δοκιμασία θα προκύψει αν η σύγκρουση παραταθεί ή κλιμακωθεί περαιτέρω.
Η ΑΧΙΑ-Alpha Finance εκτιμά ότι οι τραπεζικές μετοχές, που είχαν υπεραποδώσει από την αρχή του έτους, βρίσκονται υπό πίεση, ενώ οι επενδυτές στρέφονται σε τίτλους με πιο σταθερά ταμειακά χαρακτηριστικά ή ρυθμιζόμενες δραστηριότητες. Στο «πάνελ» των επιλογών με πιο αμυντικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνονται εισηγμένες όπως οι OTE, ΟΠΑΠ, Jumbo, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Cenergy, AΔΜΗΕ και ΕΥΔΑΠ. Οι αναλυτές επισημαίνουν πως αυτές οι μετοχές εμφανίζουν χαμηλότερη έκθεση σε σενάρια περιφερειακής κλιμάκωσης, λειτουργώντας ως πιθανό «μαξιλάρι» για τους επενδυτές.
Στον ενεργειακό κλάδο, η δυναμική είναι μικτή. Τα διυλιστήρια μπορούν να επωφεληθούν βραχυπρόθεσμα από πιθανή άνοδο στις τιμές του πετρελαίου, αλλά διατηρούν κινδύνους σε περίπτωση που η κρίση διαρκέσει. Ταυτόχρονα, υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου ενδέχεται να ενισχύσουν βραχυπρόθεσμα τα περιθώρια κερδοφορίας στους καθετοποιημένους ομίλους, αλλά θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε υψηλότερο κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Οι κλάδοι του τουρισμού και των μεταφορών παραμένουν σε εγρήγορση: αν και δεν αναμένεται άμεση αρνητική επίδραση υπό το βασικό σενάριο, οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης θα μπορούσε να επηρεάσει ροές επισκεπτών προς και από την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Συνολικά, η αγορά δείχνει να κινείται προς ένα πιο αμυντικό positioning, περιμένοντας τα επόμενα βήματα της γεωπολιτικής εξέλιξης για να διαμορφώσει πιο σαφή τάση.
Η Optima Bank επισημαίνει ότι μια ενδεχόμενη παράταση της τρέχουσας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την ελληνική οικονομία, τόσο μέσω επιβράδυνσης της ανάπτυξης όσο και μέσω ενίσχυσης των πληθωριστικών πιέσεων, καθώς και τις εισηγμένες εταιρείες.
Σημαντικές επιπτώσεις θα μπορούσαν να προκύψουν σε περίπτωση παρατεταμένης διακοπής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται άνω του 20% της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας ενεργειακών προϊόντων, συνεπώς οποιαδήποτε αύξηση στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου επηρεάζει αρνητικά το ΑΕΠ μέσω αύξησης των εισαγωγών. Σύμφωνα με την ανάλυση ευαισθησίας μας, η επίπτωση στο ελληνικό ΑΕΠ εκτιμάται σε -0,15% για κάθε αύξηση 10 δολαρίων ανά βαρέλι στην τιμή του πετρελαίου.
Τα ελληνικά διυλιστήρια ενδέχεται να χρειαστεί να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές και πηγές προμήθειας αργού, οι οποίες πιθανόν να προσφέρουν περιορισμένες εκπτώσεις.
Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιδιώξει τα τελευταία χρόνια επέκταση στις αγορές της Μέσης Ανατολής μέσω έργων ενέργειας, υποδομών και ακινήτων. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα επιβραδύνει άμεσα τον αγωγό νέων έργων και την αναμενόμενη συναλλακτική δραστηριότητα στην περιοχή. Η Eurobank και η Alpha Bank εμφανίζουν τη μεγαλύτερη έκθεση, λόγω της σημαντικής παρουσίας τους στην Κύπρο.
Οι υψηλότερες τιμές ενεργειακών πρώτων υλών θα οδηγήσουν σε άνοδο τόσο των χονδρικών όσο και των λιανικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, με αρνητικές επιπτώσεις για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Ενδεχόμενη επιβράδυνση των εισερχόμενων τουριστικών ροών: η Aegean Airlines έχει ήδη αναστείλει το μεγαλύτερο μέρος των πτήσεων προς τη Μέση Ανατολή και τις χώρες του Κόλπου, ενώ θα αντιμετωπίσει επιπλέον πιέσεις κόστους λόγω της ανόδου της τιμής του πετρελαίου, δεδομένου ότι συνήθως καλύπτει μέσω αντιστάθμισης κινδύνου περίπου το 40% - 50% της έκθεσής της στις τιμές καυσίμων.
Τα ταξιδιωτικά έσοδα από το Ισραήλ ανήλθαν σε 621 εκατ. ευρώ το 2024, που αντιστοιχούν στο 2,86% των συνολικών ταξιδιωτικών εισπράξεων ή στο 0,3% του ελληνικού ΑΕΠ για το ίδιο έτος. Οι χώρες του Κόλπου συνεισέφεραν επιπλέον 0,5 - 0,6 εκατ. ευρώ την ίδια χρονιά.
Οι ελληνικές εξαγωγές προς το Ισραήλ διαμορφώθηκαν σε 1 δισ. ευρώ το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, αντιπροσωπεύοντας το 2% των συνολικών εξαγωγών και το 0,4% του ΑΕΠ. Οι εξαγωγές προς το Ιράν και τα ταξιδιωτικά έσοδα από το Ιράν ήταν αμελητέα.