DBRS: Τα «μαξιλάρια» των τραπεζών για τις προκλήσεις του 2026

Πώς αντιστάθμισαν οι ελληνικές τράπεζες τα μειωμένα έσοδα από τόκους το 2025. Ο ρόλος του bancassurance. Πώς θα διαμορφωθούν τα κεφαλαιακά «μαξιλάρια» το 2026. Εχέγγυο η ισχυρή περυσινή κερδοφορία.

Δημοσιεύθηκε: 4 Μαρτίου 2026 - 09:46

Load more

Με ισχυρή κερδοφορία και ενισχυμένους κεφαλαιακούς δείκτες εισέρχονται στο 2026 οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, σύμφωνα με νέα έκθεση της Morningstar DBRS, η οποία ωστόσο προειδοποιεί ότι το περιβάλλον παραμένει αβέβαιο λόγω γεωπολιτικών εντάσεων και πιθανών πιέσεων στην ποιότητα ενεργητικού.

Οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν το 2025 συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 4,5 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 5% σε ετήσια βάση, με την κερδοφορία να στηρίζεται κυρίως στην ισχυρή αύξηση προμηθειών και σε ορισμένα θετικά έκτακτα στοιχεία. Οι παράγοντες αυτοί αντιστάθμισαν σε μεγάλο βαθμό την πίεση που άσκησε η υποχώρηση των καθαρών εσόδων από τόκους και η άνοδος του λειτουργικού κόστους.

Παρά την αύξηση της κεφαλαιακής βάσης μετά από εξαγορές και στρατηγικές κινήσεις των τελευταίων ετών, η κερδοφορία παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, με τη μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων να διαμορφώνεται γύρω στο 12% το 2025, έναντι 13% το 2024.

Οι προμήθειες στηρίζουν τα έσοδα

Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, τα συνολικά έσοδα των τραπεζών μειώθηκαν οριακά κατά περίπου 1% το 2025, καθώς η αύξηση των προμηθειών και άλλων μη επιτοκιακών εσόδων αντιστάθμισε μόνο εν μέρει τη μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους.

Τα καθαρά έσοδα από τόκους υποχώρησαν κατά περίπου 5% σε ετήσια βάση, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη μείωση των επιτοκίων. Ωστόσο, η ισχυρή πιστωτική επέκταση, τα οφέλη από στρατηγικές αντιστάθμισης επιτοκίων και η καλύτερη διαχείριση του ισολογισμού περιόρισαν την πτώση.

Αντίθετα, τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αυξήθηκαν κατά περίπου 12%, χάρη στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων όπως η χορήγηση δανείων, η διαχείριση κεφαλαίων και τα προϊόντα bancassurance. Έτσι, η συμμετοχή των προμηθειών στα συνολικά έσοδα των τραπεζών ενισχύθηκε στο 21%, από 19% το 2024, ένδειξη της προσπάθειας των τραπεζών να διαφοροποιήσουν τις πηγές εσόδων τους σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων.

Την ίδια στιγμή, το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε κατά περίπου 7%, κυρίως λόγω εξαγορών, αυξήσεων αποδοχών προσωπικού και υψηλότερων επενδύσεων σε τεχνολογία και ψηφιακές υποδομές. Παρά την αύξηση αυτή, ο δείκτης κόστους προς έσοδα παρέμεινε σε ιδιαίτερα ισχυρό επίπεδο, κοντά στο 36%.

Βελτίωση ποιότητας ενεργητικού και χαμηλότερο κόστος κινδύνου

Η ποιότητα ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών συνέχισε να βελτιώνεται το 2025. Ο μέσος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων μειώθηκε στο 2,6%, από 2,9% το 2024, ενώ ο καθαρός δείκτης NPE υποχώρησε στο 0,5%, από 0,8% ένα χρόνο νωρίτερα.

Παράλληλα, η κάλυψη των προβληματικών δανείων αυξήθηκε περίπου στο 85%, έναντι 75% το 2024, αντανακλώντας την ενίσχυση των προβλέψεων και τη συνεχιζόμενη απομόχλευση των ισολογισμών.

Το κόστος κινδύνου διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στις 60 μονάδες βάσης το 2025, χαμηλότερα σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, εξέλιξη που συνδέεται με την ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη και τη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού.

Ωστόσο, η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις, καθώς και οι πιθανές επιπτώσεις από δικαστικές αποφάσεις που επηρεάζουν τις τιτλοποιήσεις δανείων, ενδέχεται να ασκήσουν πιέσεις στους δείκτες κινδύνου το 2026.

Ισχυρή πιστωτική επέκταση

Η πιστωτική ανάπτυξη παρέμεινε ισχυρή το 2025, με τα επιχειρηματικά δάνεια να αυξάνονται με διψήφιο ρυθμό. Τον Ιανουάριο του 2026 η ετήσια αύξηση των εταιρικών δανείων στην Ελλάδα διαμορφώθηκε περίπου στο 12%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Τα δάνεια προς τα νοικοκυριά παρουσίασαν επίσης επιτάχυνση, με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 3%, μειώνοντας τη διαφορά σε σχέση με την ευρωζώνη.

Ισχυρή ρευστότητα και κεφάλαια

Η χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στις καταθέσεις πελατών, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 87% της συνολικής χρηματοδότησης.

Οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν ιδιαίτερα ισχυροί, με τον μέσο δείκτη κάλυψης ρευστότητας (LCR) στο 202%, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) περίπου στο 136% και τον δείκτη δανείων προς καταθέσεις στο 69%.

Παράλληλα, η κεφαλαιακή επάρκεια του κλάδου παραμένει ισχυρή. Ο μέσος δείκτης CET1 διαμορφώθηκε περίπου στο 15,5% στο τέλος του 2025, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου στο 20,1%, διατηρώντας σημαντικό περιθώριο ασφαλείας πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις.

Αυξημένες διανομές στους μετόχους

Οι ελληνικές τράπεζες σχεδιάζουν να διανείμουν περίπου 2,5 δισ. ευρώ στους μετόχους από τα κέρδη του 2025, μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μέσο δείκτη διανομής περίπου 56%, σημαντικά υψηλότερο από το 45% του 2024. Ωστόσο, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι τα κεφαλαιακά «μαξιλάρια» των τραπεζών ενδέχεται να μειωθούν ελαφρώς το 2026, καθώς οι τράπεζες αυξάνουν τις διανομές προς τους μετόχους ή προχωρούν σε νέες εξαγορές με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της κλίμακας και της διαφοροποίησης των δραστηριοτήτων τους.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων