Η νέα ανάλυση της Goldman Sachs από τους Yulia Zhestkova Grigsby και Daan Struyven στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς την αγορά ενέργειας ότι το σοκ από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή είναι ακόμη πιο έντονο στα διυλισμένα προϊόντα από ό,τι στο ίδιο το αργό πετρέλαιο.
Όπως επισημαίνει ο αμερικανικός οίκος, οι τιμές πολλών προϊόντων έχουν ενισχυθεί πολύ περισσότερο από τις τιμές του αργού, με το αεροπορικό καύσιμο (jet fuel) στη Σιγκαπούρη και στη βορειοδυτική Ευρώπη να καταγράφει ιστορικά υψηλά, πάνω από τα 200 δολάρια το βαρέλι την περασμένη εβδομάδα.
Στην ουσία, η Goldman Sachs υποστηρίζει ότι η αγορά δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα πρόβλημα περιορισμού των ροών αργού, αλλά ένα πολυεπίπεδο πλήγμα που μεταφέρεται άμεσα και έμμεσα σε ντίζελ, αεροπορικά καύσιμα, μαζούτ και νάφθα.
Σύμφωνα με το report, υπάρχουν τρεις βασικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων η κρίση μειώνει την προσφορά διυλισμένων προϊόντων, με τον τρίτο να θεωρείται τελικά τουλάχιστον εξίσου σημαντικός με τους άλλους δύο.
Ο πρώτος μηχανισμός αφορά το πλήγμα στην ικανότητα του Περσικού Κόλπου να εξάγει διυλισμένα προϊόντα. Η περιοχή αντιπροσωπεύει 3,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως εξαγωγών, δηλαδή περίπου το 13% των παγκόσμιων ροών, ενώ σχεδόν όλη αυτή η ποσότητα περνά υπό κανονικές συνθήκες από τα Στενά του Ορμούζ.
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι η νάφθα και τα μεσαία αποστάγματα, δηλαδή ντίζελ και jet fuel, αποτελούν περίπου τα δύο τρίτα αυτών των εξαγωγών, ενώ σχεδόν το 60% των συνολικών ροών της περιοχής κατευθύνεται στην Ασία. Για την Ασία ειδικά, σχεδόν το 50% των εισαγωγών νάφθας προέρχεται από τον Περσικό Κόλπο, ενώ για την Ευρώπη περίπου το 40% των εισαγωγών jet fuel εξαρτάται από τη συγκεκριμένη περιοχή.
Ο δεύτερος δίαυλος πίεσης είναι οι ίδιες οι διακοπές λειτουργίας των διυλιστηρίων στη Μέση Ανατολή. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι τα outages έχουν αυξηθεί στα 2,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, εξαιτίας τόσο φυσικών ζημιών όσο και προληπτικών διακοπών λειτουργίας. Παράλληλα, o Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) εκτιμά ότι πάνω από 4 εκατ. βαρέλια ημερήσιας δυναμικότητας διύλισης βρίσκονται σήμερα σε κίνδυνο στην περιοχή. Ορισμένα εξαγωγικά διυλιστήρια, όπως το Αλ-Ζουρ στο Κουβέιτ, φέρονται ήδη να έχουν περιορίσει την επεξεργασία αργού, καθώς οι αποθηκευτικοί χώροι πλησιάζουν τα όριά τους.
Ωστόσο, η Goldman Sachs δίνει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στον τρίτο παράγοντα, δηλαδή στο πλήγμα που δέχεται η παγκόσμια παραγωγή διυλισμένων προϊόντων μέσω της μειωμένης διαθεσιμότητας αργού από τον Περσικό Κόλπο.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η περιοχή εξάγει σχεδόν 15 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως μέσω των Στενών του Ορμούζ, εκ των οποίων 12,8 εκατ. κατευθύνονται σε ασιατικά διυλιστήρια, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ήμισυ των συνολικών ασιατικών εισαγωγών crude. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ είναι ότι σχεδόν το 60% αυτών των εξαγωγών αφορά medium και heavy crude, δηλαδή ποιοτικά μείγματα που είναι κρίσιμα για την παραγωγή ντίζελ, jet fuel και καύσιμα πλοίων (fuel oil) και δεν αντικαθίστανται εύκολα από εναλλακτικούς παραγωγούς εκτός Μέσης Ανατολής.
Αυτό εξηγεί γιατί, όπως σημειώνει ο οίκος, η πτώση κατά 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως στις παγκόσμιες εξαγωγές μέσων και βαριών πετρελαίων (medium/heavy crude) από την αρχή του έτους, παρά την αύξηση κατά 1,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως στις εξαγωγές ελαφριών πετρελαίων (light crude), πιέζει δυσανάλογα την παγκόσμια παραγωγή μεσαίων αποσταγμάτων και μαζούτ. Ήδη, ασιατικά διυλιστήρια φέρονται να μειώνουν τους συντελεστές λειτουργίας τους για να εξοικονομήσουν πρώτη ύλη, με την IIR να εκτιμά απώλειες διυλιστικής τροφοδοσίας 0,3 εκατ. βαρελιών ημερησίως την περασμένη εβδομάδα και πιθανές απώλειες 0,7 εκατ. βαρελιών τον Μάρτιο μόνο από τον μεγαλύτερο κινεζικό διυλιστή.
Για την Ευρώπη, η Goldman Sachs αναγνωρίζει ότι υπάρχει μια βραχυπρόθεσμη ασπίδα, καθώς τα αποθέματα μεσαίων αποσταγμάτων, μαζί με τα στρατηγικά αποθέματα, ξεπερνούσαν πριν από τον πόλεμο τους δύο μήνες κάλυψης ζήτησης.
Παρ’ όλα αυτά, ο οίκος προειδοποιεί ότι καμία περιοχή και κανένα προϊόν δεν είναι πλήρως προστατευμένα. Η μειωμένη παγκόσμια διαθεσιμότητα αργού, η άνοδος των ναύλων -με τους ναύλους για δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν διυλισμένα προϊόντα (clean tankers) να έχουν αυξηθεί κατά 3,4 δολάρια ανά βαρέλι από την αρχή του έτους ή κατά 70%- και ο κίνδυνος εμπορικών περιορισμών, όπως απαγορεύσεις εξαγωγών προϊόντων, μπορούν να τροφοδοτήσουν νέο ανοδικό κύκλο στις διεθνείς τιμές των καυσίμων.