Η εικόνα που προκύπτει από τον πίνακα της Morgan Stanley είναι εξαιρετικά καθαρή. H αναβάθμιση της Ελλάδας δημιουργεί μια έντονα ασύμμετρη κατανομή ροών, όπου οι τράπεζες και η ΔΕΗ συγκεντρώνουν το σύνολο σχεδόν των εισροών, ενώ συγκεκριμένοι τίτλοι μένουν εκτός και δέχονται καθαρές πιέσεις.
Στην πλευρά των κερδισμένων, ο τραπεζικός κλάδος κυριαρχεί απόλυτα. Η Εθνική Τράπεζα αναδεικνύεται ως ο βασικός αποδέκτης των εισροών, με καθαρό όφελος περίπου 228 εκατ. δολάρια. Ακολουθεί η Eurobank με 168 εκατ., η Τράπεζα Πειραιώς με 152 εκατ. και η Alpha Bank με 99 εκατ., επιβεβαιώνοντας ότι το rebalancing «χτίζεται» σχεδόν εξ ολοκλήρου πάνω στις συστημικές τράπεζες. Η ΔΕΗ συμπληρώνει την εικόνα με εισροές περίπου 67 εκατ., λειτουργώντας ως ο βασικός μη τραπεζικός τίτλος που επωφελείται από τη νέα σύνθεση των δεικτών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι εισροές δεν έχουν εκρηκτικό χαρακτήρα. Σε όρους ρευστότητας αντιστοιχούν σε 1 έως 4 ημέρες συναλλαγών, κάτι που σημαίνει ότι η στήριξη είναι υπαρκτή αλλά όχι αρκετή από μόνη της για να οδηγήσει σε ισχυρή ανατίμηση χωρίς τη συμμετοχή ενεργητικών επενδυτών.
Η περίπτωση του ΟΤΕ βρίσκεται σε μια ενδιάμεση ζώνη. Με εκτιμώμενες εισροές περίπου 55 εκατ. δολάρια, αποτελεί δυνητικό ωφελημένο, χωρίς όμως να έχει την ίδια βαρύτητα με τις τράπεζες. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει και μια ευρύτερη τάση: η αγορά συγκεντρώνεται ακόμη περισσότερο γύρω από λίγους μεγάλους τίτλους.
Στον αντίποδα, οι χαμένοι του rebalancing είναι ξεκάθαροι και εντοπίζονται σε μετοχές που δεν εντάσσονται στο νέο σύμπαν των ανεπτυγμένων αγορών. Η Jumbo εμφανίζει καθαρές εκροές περίπου 130 εκατ. δολάρια, ενώ η Allwyn περίπου 128 εκατ., χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη εισροή από τα funds ανεπτυγμένων αγορών για να εξισορροπήσει την πίεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το rebalancing λειτουργεί μονοδιάστατα, οδηγώντας σε καθαρή απομείωση θέσεων.
Ακόμη πιο ενδεικτικός είναι ο δείκτης «ημέρες κάλυψης» (days to cover), όπου οι εκροές για τις συγκεκριμένες μετοχές αντιστοιχούν σε έως και 9-10 ημέρες συναλλαγών. Αυτό σημαίνει ότι η πίεση μπορεί να είναι πιο έντονη και πιο παρατεταμένη σε σχέση με τις εισροές που καταγράφονται στους τίτλους που εντάσσονται στους δείκτες.
Συνολικά, η ελληνική αγορά εμφανίζει καθαρές εισροές περίπου 317 εκατ. δολαρίων, οι οποίες όμως προκύπτουν από πολύ μεγαλύτερες κινήσεις: εκροές 2,2 δισ. δολαρίων από τα EM funds και εισροές 2,5 δισ. από τα DM funds. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που δεν ενισχύεται ομοιόμορφα, αλλά αναδιαρθρώνεται, με σαφή μεταφορά βάρους προς τις τράπεζες.
Τι αλλάζει σε επίπεδο αγοράς - Οι νέες σταθμίσεις στους δείκτες
Σε επίπεδο αγοράς, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα περνά από μια φάση έντονης ανακατανομής, όπου το βάρος μεταφέρεται προς τις τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες που πληρούν τα κριτήρια ένταξης, ενώ οι υπόλοιπες μετοχές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερη πίεση. Το αποτέλεσμα είναι μια πιο συγκεντρωμένη αγορά, με αυξημένη σημασία των βασικών τίτλων στη διαμόρφωση των δεικτών και των αποδόσεων.
Η αριθμητική των ροών, συνεπώς, επιβεβαιώνει ότι η αναβάθμιση δεν λειτουργεί ομοιόμορφα για το σύνολο της αγοράς. Αντίθετα, αναδιανέμει τη ρευστότητα και διαφοροποιεί τις προοπτικές των επιμέρους μετοχών, ενισχύοντας τους ήδη ισχυρούς παίκτες και επιβαρύνοντας όσους μένουν εκτός της νέας δομής των δεικτών.
Η αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά δεν αλλάζει μόνο την «ταμπέλα» της αγοράς, αλλά και τη θέση της στους διεθνείς δείκτες -και εκεί βρίσκεται ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία για τις ροές. Με βάση τις εκτιμήσεις της Morgan Stanley, η χώρα αποκτά πλέον πολύ μικρή αλλά σαφώς ορατή στάθμιση στους βασικούς δείκτες ανεπτυγμένων αγορών, της τάξης του 0,30% στον MSCI Europe, περίπου 0,20% στον MSCI EAFE και μόλις 0,05% στον MSCI World.
Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν μια ουσιαστική μεταβολή: η Ελλάδα περνά από μια κατηγορία όπου είχε σχετικά μεγαλύτερη παρουσία, σε ένα πολύ ευρύτερο «σύμπαν» όπου το ειδικό της βάρος είναι αισθητά χαμηλότερο. Ενδεικτικά, πριν την αναβάθμιση, η στάθμιση της χώρας στους δείκτες αναδυόμενων αγορών έφθανε περίπου το 0,47%, ενώ στην περιοχή EEMEA ήταν πολλαπλάσια, κοντά στο 4,03%.
Αυτό σημαίνει ότι, σε όρους benchmark, η Ελλάδα παύει να αποτελεί μια «ορατή» αγορά για τα χαρτοφυλάκια των αναδυόμενων αγορών και μετατρέπεται σε μια μικρή συνιστώσα των ανεπτυγμένων. Η αλλαγή αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη δομή των ροών που καταγράφεται στο rebalancing. Από τη μία πλευρά, τα funds που παρακολουθούν τους δείκτες αναδυόμενων αγορών υποχρεώνονται να μειώσουν ή να μηδενίσουν την έκθεσή τους, οδηγώντας σε εκροές περίπου 2,2 δισ. δολαρίων.
Από την άλλη, τα funds των ανεπτυγμένων αγορών δημιουργούν νέες θέσεις, αλλά με βάση πολύ χαμηλότερη στάθμιση, οδηγώντας σε εισροές περίπου 2,5 δισ. δολαρίων. Η χαμηλή στάθμιση στους developed δείκτες περιορίζει τη μηχανική ζήτηση από παθητικά κεφάλαια και καθιστά την αγορά περισσότερο εξαρτημένη από τις αποφάσεις των ενεργητικών επενδυτών.