Η τελευταία έρευνα διαχειριστών κεφαλαίων της Bank of America αποτυπώνει μια απότομη μεταστροφή του επενδυτικού κλίματος, με τους επενδυτές να προεξοφλούν επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης, υπό την πίεση του ενεργειακού σοκ και της ανόδου του πληθωρισμού μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η εικόνα είναι σαφώς πιο αρνητική σε σχέση με μόλις δύο μήνες πριν. Καθαρό ποσοστό 36% των επενδυτών εκτιμά πλέον ότι η παγκόσμια οικονομία θα επιβραδυνθεί μέσα στους επόμενους 12 μήνες, έναντι καθαρής πλειοψηφίας που «έβλεπε» επιτάχυνση τον Φεβρουάριο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη επιδείνωση των προσδοκιών από το 2022, στοιχείο που αποτυπώνει τη βίαιη αναπροσαρμογή των μακροοικονομικών σεναρίων.
Η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρο της απαισιοδοξίας. Καθαρό ποσοστό 25% των επενδυτών αναμένει πλέον επιβράδυνση της ανάπτυξης στην περιοχή, όταν τον Φεβρουάριο το αντίστοιχο ποσοστό που προέβλεπε επιτάχυνση έφτανε το 66%, με βασικό στήριγμα τότε τα δημοσιονομικά μέτρα. Η αλλαγή αυτή συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης και τη μεγαλύτερη ευαισθησία της σε ένα σοκ τιμών πετρελαίου.
Πληθωρισμός και πετρέλαιο «κλειδώνουν» το σενάριο στασιμοπληθωρισμού
Η άνοδος των τιμών ενέργειας αποτελεί τον βασικό μηχανισμό μετάδοσης του σοκ. Το 61% των επενδυτών εκτιμά ότι το Brent θα παραμείνει πάνω από τα 80 δολάρια ανά βαρέλι έως το τέλος του έτους, ενώ το 71% αναμένει αύξηση του πυρήνα του πληθωρισμού στην Ευρώπη μέσα στους επόμενους 12 μήνες.
Δεν είναι τυχαίο ότι το σενάριο του στασιμοπληθωρισμού κυριαρχεί πλέον στις εκτιμήσεις, με ποσοστό-ρεκόρ 58% να το θεωρεί ως το βασικό μακροοικονομικό σενάριο. Η συνύπαρξη χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τις αγορές, καθώς περιορίζει τα περιθώρια χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.
Παρά ταύτα, οι φόβοι για ύφεση παραμένουν συγκρατημένοι. Περίπου 7 στους 10 επενδυτές θεωρούν ότι ένα τέτοιο σενάριο είναι απίθανο, με το βασικό σενάριο να παραμένει η «ομαλή προσγείωση» της οικονομίας, αν και με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Η αγορά «ξανασκέφτεται» το σενάριο χαλάρωσης στα επιτόκια
Η αλλαγή στις προσδοκίες για τον πληθωρισμό έχει αρχίσει να επηρεάζει και τις εκτιμήσεις για τη νομισματική πολιτική. Για πρώτη φορά από το 2022, οι επενδυτές εμφανίζονται να αναμένουν άνοδο των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ σημαντικό ποσοστό θεωρεί πιθανές νέες αυξήσεις από την ΕΚΤ.
Παράλληλα, ένα καθαρό 26% προβλέπει άνοδο στις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων, αν και το ποσοστό αυτό έχει υποχωρήσει σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, καθώς οι ανησυχίες για την ανάπτυξη αρχίζουν να λειτουργούν ως αντίβαρο.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις μετοχές, σύμφωνα με το 38% των ερωτηθέντων, είναι πλέον μια πιο «επιθετική» στάση των κεντρικών τραπεζών, ένδειξη ότι η αγορά φοβάται περισσότερο ένα σφάλμα πολιτικής παρά μια άμεση ύφεση.
Η Ευρώπη χάνει τη σχετική υπεροχή στις μετοχές αλλά όχι το story
Παρά την επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, η στάση των επενδυτών απέναντι στις ευρωπαϊκές μετοχές παραμένει πιο ανθεκτική από ό,τι θα ανέμενε κανείς.
Αν και η υπερεπένδυση στην Ευρώπη έχει περιοριστεί σημαντικά, η απόλυτη αισιοδοξία δεν έχει καταρρεύσει. Καθαρό ποσοστό 33% των επενδυτών εξακολουθεί να «βλέπει» άνοδο στις ευρωπαϊκές αγορές τους επόμενους μήνες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για ορίζοντα 12 μηνών διαμορφώνεται στο 63%.
Την ίδια στιγμή, ενισχύεται ο φόβος ότι οι επενδυτές μπορεί να μειώσουν υπερβολικά την έκθεσή τους και να χάσουν μια ενδεχόμενη άνοδο. Το λεγόμενο «Fear Of Missing Out» (FOMO) έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε έναν μήνα, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η αγορά παραμένει τοποθετημένη σε μετοχές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα.
Στροφή σε ενέργεια και άμυνα σε επίπεδο κλάδων
Σε επίπεδο τοποθετήσεων, η εικόνα αλλάζει αισθητά. Ο κλάδος των πρώτων υλών αναδεικνύεται ως η πιο δημοφιλής επιλογή, ενώ ακολουθούν οι τηλεπικοινωνίες και η υγεία, που θεωρούνται πιο αμυντικοί.
Αντίθετα, οι τοποθετήσεις σε τεχνολογία, τράπεζες και βιομηχανία έχουν υποχωρήσει προς ουδέτερα επίπεδα, ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες, τα μέσα ενημέρωσης και τα ακίνητα βρίσκονται στις λιγότερο προτιμητέες επιλογές.
Η ενέργεια και οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας αναμένεται να είναι οι βασικοί «κερδισμένοι» των επόμενων 12 μηνών, καθώς επωφελούνται άμεσα από το περιβάλλον υψηλών τιμών ενέργειας.
Αρνητικό κλίμα, αλλά όχι σήμα εξόδου από τις μετοχές
Παρά τη σημαντική επιδείνωση των προσδοκιών, η Bank of America επισημαίνει ότι η εικόνα της έρευνας δεν συνιστά ένα ξεκάθαρο σήμα αποεπένδυσης. Οι επενδυτές παραμένουν τοποθετημένοι σε μετοχές, τα επίπεδα ρευστότητας δεν έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ η πλειοψηφία δεν βλέπει ύφεση. Αυτό δημιουργεί ένα «παράδοξο»: ένα από τα πιο απαισιόδοξα sentiment των τελευταίων μηνών συνυπάρχει με σχετικά υψηλή έκθεση σε ρίσκο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η BofA εκτιμά ότι οι αγορές θα χρειαστούν είτε αποκλιμάκωση των τιμών πετρελαίου, είτε εκπλήξεις στα κέρδη των εταιρειών και χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής για να διατηρήσουν την ανοδική τους τάση.
Το περιβάλλον δεν είναι «buy the dip» με κλειστά μάτια, αλλά ούτε και συνθήκη άμεσης εξόδου. Η BofA καταλήγει ότι το σκηνικό αυξημένης μεταβλητότητας, όπου η κατεύθυνση θα κριθεί από την πορεία της ενέργειας και τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.