Η UBS δεν αλλάζει το βασικό θετικό σενάριο για την ελληνική οικονομία, αλλά το κάνει πιο προσεκτικό.
Στην παρουσίαση της 11ης Μαΐου για τις προοπτικές της Ελλάδας το 2026 και το 2027, ο Gyorgy Kovacs μειώνει την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2026 στο 2,2%, κατά 20 μονάδες βάσης, λόγω της υψηλότερης πορείας των τιμών ενέργειας. Η αναθεώρηση δεν ακυρώνει το αφήγημα της ανθεκτικότητας, καθώς η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: τον τουρισμό, τις επενδύσεις που συνδέονται με τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τις ακόμη ευνοϊκές δημοσιονομικές συνθήκες.
Το σημείο εκκίνησης είναι ισχυρό. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,4% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025, επιταχύνοντας από το 2,1% του τρίτου τριμήνου. Στον πίνακα των εκτιμήσεων, η UBS βλέπει πραγματική ανάπτυξη 2,1% το 2025, 2,2% το 2026 και 1,8% το 2027. Η πορεία αυτή δείχνει ότι η Ελλάδα κινείται σε φάση πιο ώριμης αλλά ακόμη θετικής επέκτασης, με το ονομαστικό ΑΕΠ να ανεβαίνει από τα €248 δισ. το 2025 στα €261 δισ. το 2026 και στα €273 δισ. το 2027.
Η ποιότητα της ανάπτυξης έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ιδιωτική κατανάλωση, που είχε αυξηθεί κατά 2% το 2025, αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1% το 2026 και να ανακάμψει στο 1,5% το 2027. Αντίθετα, οι επενδύσεις παραμένουν ο βασικός μοχλός, με αύξηση 8,9% το 2025 και 9% το 2026, πριν περάσουν σε πτώση 4% το 2027. Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο της έκθεσης, καθώς δείχνει ότι το Ταμείο Ανάκαμψης και τα ευρωπαϊκά κονδύλια συνεχίζουν να δίνουν ώθηση στην οικονομία, αλλά η επίδρασή τους έχει ημερομηνία λήξης και δεν μπορεί να θεωρείται μόνιμη.
Τα διαγράμματα της UBS για τα ευρωπαϊκά κονδύλια δείχνουν καθαρά το μέγεθος της στήριξης. Οι συνολικές εισροές από τα ευρωπαϊκά ταμεία για την περίοδο 2021-2027 είναι πολύ υψηλότερες από τους προηγούμενους κύκλους, ενώ οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης κορυφώνονται μέσα στο 2026, πλησιάζοντας το 5% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, μαζί με τις επιχορηγήσεις και τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, παραμένει σε υψηλά επίπεδα ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενισχύοντας κατασκευές, υποδομές και επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ο τουρισμός αποτελεί το δεύτερο μεγάλο στήριγμα. Η UBS σημειώνει ότι η χρονιά ξεκίνησε εξαιρετικά δυνατά, με ταξιδιωτικές εισπράξεις πάνω από €1 δισ. στο δίμηνο Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2026 και αύξηση των αφίξεων από το εξωτερικό κατά 42,3% σε ετήσια βάση, σε κινητό μέσο τριών μηνών, τον Φεβρουάριο. Στο διάγραμμα των τουριστικών εσόδων, οι εισπράξεις κινούνται πλέον σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από την προ πανδημίας περίοδο, έχοντας ανακάμψει από την κατάρρευση του 2020 και πλησιάζοντας την περιοχή των €25 δισ.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί γιατί η UBS θεωρεί ότι η ανάπτυξη δεν εκτροχιάζεται, παρά το ενεργειακό σοκ. Η προειδοποίηση όμως είναι σαφής: η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προσθέτει βραχυπρόθεσμη αβεβαιότητα στη δυναμική του κλάδου.
Η άλλη πλευρά της εικόνας είναι ο πληθωρισμός. Η UBS αναφέρει ότι ο γενικός δείκτης τιμών αυξήθηκε στο 3,9% τον Μάρτιο, από 2,7% τον Φεβρουάριο, κυρίως λόγω των μεταφορών. Στις προβλέψεις της, ο μέσος πληθωρισμός ανεβαίνει στο 3% το 2026 από 2,5% το 2025 και υποχωρεί στο 2,4% το 2027. Τα διαγράμματα για την ενέργεια και τα καύσιμα δείχνουν γιατί η εικόνα παραμένει εύθραυστη, καθώς οι τιμές ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και μεταφορών έχουν ιστορικά μεγάλη μεταβλητότητα και μπορούν να περάσουν γρήγορα στο κόστος ζωής.
Η αγορά εργασίας συνεχίζει να λειτουργεί υποστηρικτικά. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,5% το πρώτο τρίμηνο του 2026 από 9,5% ένα χρόνο πριν, ενώ στον πίνακα εκτιμήσεων η UBS βλέπει περαιτέρω μείωση στο 7% το 2026 και στο 6,5% το 2027. Η αύξηση του κατώτατου μισθού διαμορφώθηκε στο 6,1% σε ετήσια βάση, από 6,4% το τρίτο τρίμηνο του 2025. Η βελτίωση της απασχόλησης στηρίζει την κατανάλωση, αλλά ταυτόχρονα κρατά ανοικτό τον κίνδυνο δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων.
Σημαντική είναι και η εικόνα της πίστωσης. Τον Μάρτιο, τα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 10,9%, τα καταναλωτικά κατά 7,7% και τα στεγαστικά κατά 1,1%. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε στο 3,3% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, κατά 30 μονάδες βάσης σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Έτσι, οι τράπεζες εμφανίζονται ξανά ως μοχλός χρηματοδότησης της οικονομίας και όχι ως πηγή συστημικού κινδύνου.
Η δημοσιονομική εικόνα παραμένει από τα πιο ισχυρά χαρτιά της Ελλάδας. Η UBS προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ το 2025 και 2,9% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 145% του ΑΕΠ το 2025 στο 138% το 2026 και στο 133% το 2027. Η Ελλάδα διατηρεί επενδυτική βαθμίδα από Moody’s, S&P και Fitch, ενώ η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου βρισκόταν στο 3,91% στις 29 Απριλίου 2026, ένδειξη ότι η πρόσβαση στις αγορές παραμένει σταθερή.
Η ανάγνωση της UBS είναι τελικά ισορροπημένη. Η Ελλάδα έχει ακόμη ορατούς μοχλούς ανάπτυξης, ισχυρό τουρισμό, επενδύσεις, καλύτερη αγορά εργασίας, πιστωτική επέκταση και πτώση του χρέους. Ταυτόχρονα, το 2026 δεν είναι χρονιά χωρίς κινδύνους. Η ενέργεια, οι μεταφορές, ο πληθωρισμός και η γεωπολιτική αβεβαιότητα μπορούν να περιορίσουν τον ρυθμό, αλλά προς το παρόν δεν αλλάζουν τη βασική εικόνα μιας οικονομίας που συνεχίζει να υπεραποδίδει έναντι του παλιού της εαυτού.