Η ελληνική οικονομία παραμένει σε φάση ισχυρής σύγκλισης, αλλά το νέο γεωπολιτικό και ενεργειακό σοκ καθιστά τη διάρκεια της κρίσης τον κρίσιμο παράγοντα για την ανάπτυξη, τον τουρισμό και την επενδυτική ψυχολογία. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της WOOD μετά το 11ο Greek Retreat στην Αθήνα, που πραγματοποιήθηκε στις 14 και 15 Μαΐου, με τη συμμετοχή 28 εισηγμένων εταιρειών και με έντονη παρουσία ξένων επενδυτών σε συναντήσεις με τις μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις.
Το ενδιαφέρον των επενδυτών, όπως σημειώνει η WOOD, επικεντρώθηκε πρωτίστως στις τράπεζες, κάτι που δεν αποτελεί έκπληξη μετά την πλήρη αλλαγή εικόνας του κλάδου τα τελευταία χρόνια.
Η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς, η Optima Bank και η Τράπεζα Κύπρου βρέθηκαν στο επίκεντρο των επαφών, καθώς ο κλάδος έχει περάσει από τη φάση της εξυγίανσης στη φάση της κερδοφορίας, των διανομών και της πιστωτικής επέκτασης.
Η WOOD υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν πλέον ισχυρότερη κερδοφορία, χαμηλότερα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα, επενδυτική βαθμίδα για όλες τις συστημικές τράπεζες και διανομές προς τους μετόχους που συγκλίνουν με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Η μεγάλη συμμετοχή εταιρειών έδωσε στο συνέδριο χαρακτήρα ευρύτερου «τεστ» για το επενδυτικό αφήγημα της ελληνικής αγοράς. Στο Greek Retreat συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, οι Aegean Airlines, Allwyn, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, Τράπεζα Κύπρου, Cenergy, Eurobank, HELLENiQ Energy, Jumbo, Lamda Development, Metlen Energy & Metals, Motor Oil, Εθνική Τράπεζα, ΟΤΕ, Optima Bank, Τράπεζα Πειραιώς, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Titan και Theon International.
Παράλληλα, η WOOD σημειώνει ότι παρούσες ήταν και εταιρείες μικρότερης κεφαλαιοποίησης, όπως Austriacard, Avax, Fourlis, ΟΛΠ, Profile και Sarantis, στοιχείο που δείχνει ότι το ενδιαφέρον δεν περιορίστηκε μόνο στα «βαριά» χαρτιά του Χρηματιστηρίου.
Εκτός χρηματοοικονομικού κλάδου, η Allwyn προσέλκυσε ισχυρό ενδιαφέρον μετά τη συγχώνευση με τον ΟΠΑΠ, καθώς η νέα εταιρική δομή δημιουργεί ένα διαφορετικό επενδυτικό αφήγημα γύρω από το μέγεθος, τις συνέργειες και τη διεθνή διάσταση του ομίλου.
Η Metlen παρέμεινε επίσης στο επίκεντρο, μετά την προειδοποίηση για την κερδοφορία τον Ιανουάριο, με τους επενδυτές να αναζητούν καλύτερη εικόνα για την πορεία των δραστηριοτήτων, τις προοπτικές ανάκαμψης και τη δυνατότητα επαναφοράς της εμπιστοσύνης στη μετοχή.
Σημαντικό ενδιαφέρον καταγράφηκε και για τη Cenergy, λόγω της έκθεσής της στις ηλεκτρικές υποδομές, ένα θέμα που παραμένει κεντρικό για την Ευρώπη λόγω των επενδύσεων στα δίκτυα, της ενεργειακής μετάβασης και της ανάγκης αναβάθμισης της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Αντίστοιχα, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ξεχώρισε χάρη στο ισχυρό ανεκτέλεστο έργων και το ελκυστικό χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων, δύο στοιχεία που συνδέουν την εταιρεία με το μεγάλο επενδυτικό κύμα στις υποδομές.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν και οι Motor Oil και HELLENiQ Energy, καθώς η αναταραχή στις αγορές πετρελαίου και η ενίσχυση των περιθωρίων διύλισης επαναφέρουν τον κλάδο στην πρώτη γραμμή του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Η WOOD επισημαίνει ότι οι δύο ελληνικοί όμιλοι βρέθηκαν έντονα στο ραντάρ των επενδυτών, σε μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα για την προσφορά προϊόντων, τις τιμές ενέργειας και τη γεωπολιτική ένταση αυξάνει τη σημασία των εταιρειών διύλισης για την αγορά.
Τι δείχνει η εικόνα των μάκρο για την Ελλάδα
Στο μακροοικονομικό σκέλος, η WOOD παραμένει θετική για την Ελλάδα, αλλά με αυξημένη προσοχή. Η οικονομία στηρίζεται από επενδύσεις, ανθεκτική πιστωτική ανάπτυξη, δημοσιονομικά πλεονάσματα και μεταρρυθμιστική συνέχεια. Η συζήτηση με τον Μιχάλη Αργυρού, επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, ανέδειξε την εκτίμηση ότι η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης ακόμη και υπό δυσμενέστερα σενάρια για το πετρέλαιο, με βασική εκτίμηση για ανάπτυξη κοντά στο 2% το 2026.
Η WOOD, πάντως, τονίζει ότι το βασικό ρίσκο δεν είναι το αρχικό σοκ, αλλά η διάρκειά του. Η Ελλάδα θεωρείται καλύτερα τοποθετημένη από άλλες οικονομίες με μεγαλύτερη εξάρτηση από την εξωτερική ενέργεια ή το διεθνές μακροοικονομικό περιβάλλον, όμως ένα παρατεταμένο επεισόδιο θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά τις τουριστικές ροές. Αυτό καθιστά τον τουρισμό το πιο ευαίσθητο σημείο του ελληνικού μακροοικονομικού σεναρίου.
Μεσοπρόθεσμα, η συζήτηση ανέδειξε τη βελτίωση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης της χώρας, με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ να ανεβάζουν το δυνητικό ΑΕΠ στο 1,4% το 2025, από 0,9% το 2020. Η WOOD δίνει επίσης έμφαση στη μείωση του παραγωγικού επενδυτικού κενού έναντι της Ευρώπης, στην ενίσχυση της μεταποίησης, στις εξαγωγές υψηλότερης τεχνολογίας και στη βελτίωση της παραγωγικότητας