Τρεις διαφορετικές εστίες κρίσης ταράζουν τις διεθνείς αγορές, και οι φόβοι για κάτι πολύ χειρότερο φουντώνουν. Η πιο επικίνδυνη για την Ευρώπη, όμως, δεν βρίσκεται ούτε στη Wall Street ούτε στη Μέση Ανατολή. Βρίσκεται στο Παρίσι!
Η πρώτη εστία είναι η αμερικανική τεχνολογία και η ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία για τις αστρονομικές επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Η Meta ανακοίνωσε έσοδα 64,6 δισ. δολαρίων (+26%), αλλά οι επενδυτές πρόσεξαν περισσότερο άλλα στοιχεία. Τους απασχόλησαν οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των 135-145 δισ. για φέτος και οι ελεύθερες ταμειακές ροές του τριμήνου, που για πρώτη φορά από την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο βγήκαν αρνητικές κατά 2,1 δισ. δολάρια.
Η μετοχή έχασε περίπου 6%, ενώ το κόστος ασφάλισης του χρέους της έναντι του πιστωτικού κινδύνου (τα περίφημα CDS που μάθαμε με την ελληνική κρίση) έφτασε σε ιστορικό υψηλό.
Με άλλα λόγια η Wall Street δεν αρκείται πια στις υποσχέσεις για τα «θαύματα» του AI, αλλά θέλει πλέον να δει πότε θα αποδώσουν τα δισεκατομμύρια που επενδύονται, πολλά από τα οποία είναι από δανεικά.
Η δεύτερη εστία είναι προφανώς η Μέση Ανατολή. Το Brent ξεπέρασε χθες τα 113 δολάρια το βαρέλι, μετά τις νέες επιθέσεις των Χούθι σε σαουδαραβικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, κατά τους New York Times, ΗΠΑ και Ισραήλ ετοιμάζουν νέα πλήγματα στο Ιράν μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές. Που σημαίνει κίνδυνο για νέο ενεργειακό σοκ που θα τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και θα σπρώξει τα επιτόκια προς τα πάνω.
Η τρίτη εστία βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης. Η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς άγγιξε χθες το 5,14%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2002, ενώ το spread έναντι του γερμανικού 10 ετούς ομολόγου ξεπέρασε τις 173 μονάδες βάσης.
Τέτοια διαφορά όμως δεν είχε σημειωθεί από το 2011, στην κορύφωση της κρίσης χρέους της ευρωζώνης!
Εξίσου σημαντικό είναι ότι δεν είχαμε κάποια γενικευμένη άνοδο των επιτοκίων, αφού γερμανικά και αμερικανικά ομόλογα κινήθηκαν αντίθετα. Για λίγο, μάλιστα, η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ξεπέρασε και του αμερικανικού, για πρώτη φορά από το 2013.
Πλέον η Γαλλία δανείζεται με αισθητά ακριβότερο επιτόκιο και από την Ελλάδα, την οποία στα χρόνια των μνημονίων, η αγορά έβλεπε ως το κατεξοχήν παράδειγμα δημοσιονομικής ανευθυνότητας.
Είναι λοιπόν προφανές, ότι η δεύτερη οικονομία της ευρωζώνης έχει εισέλθει σε σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης. Έχει χρέος περίπου 3,6 τρισ. ευρώ (119% του ΑΕΠ) και έλλειμμα 5,4% και σαν να μην έφτανε αυτό υπάρχουν διαρκείς ταραχές στους δρόμους και προεδρικές εκλογές το 2027, στις οποίες επικρατέστερη είναι σήμερα η Μαρί Λεπέν, ηγέτης μιας σκληροπυρηνικής δεξιάς παράταξης.
Όταν όμως οι αγορές αμφισβητούν ένα τόσο μεγάλο κράτος, η πίεση περνά στις τράπεζες. Η πτώση των ελληνικών τραπεζών, κατά 4,38% που έριξε τον Γενικό Δείκτη κατά 2,11%, δείχνει πόσο εύθραυστο έχει γίνει το κλίμα διεθνώς. Το ίδιο σήμα στέλνει και η πτώση του δείκτη των ευρωπαϊκών τραπεζών Euro Stoxx Banks κατά περίπου 4%.
Η κατάσταση όμως αυτή δυσχεραίνει και τις αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ΕΚΤ έχει ήδη αυξήσει δύο φορές φέτος τα επιτόκια λόγω της ενεργειακής ακρίβειας και συνεδριάζει ξανά την άλλη εβδομάδα. Η κρίση χρέους, όμως, θα απαιτούσε το ακριβώς αντίθετο.
Είναι πολύ νωρίς για να πούμε ότι βρισκόμαστε σε μια κρίση αντίστοιχη με εκείνη του 2011. Αυτό που φαίνεται όμως, είναι ότι έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις, για μια πολύ δυσάρεστη αλληλεπίδραση.
Διότι οι τρεις εστίες που περιγράψαμε, εμφανίζονται ταυτόχρονα, με κίνδυνο η μία να τροφοδοτεί την άλλη, ως προς την επίδραση στις αγορές.
Υπό αυτή την έννοια, μεγάλη σημασία θα έχει σήμερα, ο «χρησμός» της Moody's, δηλαδή του τελευταίου από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, που κρατά ακόμη τη Γαλλία στη βαθμίδα ΑΑ.