Τα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίον αίρονται τα περιοριστικά μέτρα και η στόχευση στην «επόμενη ημέρα» για οικονομία-επιχειρήσεις-εργαζομένους, κυριαρχούν στην αντίδραση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Συνολικά, η κατάσταση, όπως διαμορφώθηκε μετά και τις τελικές ανακοινώσεις της κυβέρνησης χθες, θα απασχολήσει το Πολιτικό Συμβούλιο του ΣΥΡΙΖΑ που θα συνεδριάσει σήμερα υπό τον Αλέξη Τσίπρα.
Η πρώτη εντύπωση πάντως, για το πρωθυπουργικό «διάγγελμα», καθώς και για την εξειδίκευση των αποφάσεων από τους υφυπουργούς, είναι πως η κυβέρνηση:
- Υποχώρησε, εν μέρει, στις έντονες αντιδράσεις της εκπαιδευτικής και της επιστημονικής κοινότητας, μεταθέτοντας για την 1η Ιουνίου («ίσως») την επαναλειτουργία των δημοτικών σχολείων. Την απόφασή της να ανοίξουν Γυμνάσια-Λύκεια την αποδίδουν, αφενός, στην πίεση των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων («λόγω των διδάκτρων») και, αφετέρου, στην ανάγκη μείωσης του αριθμού των εργαζόμενων γονέων που δικαιούνται την «άδεια ειδικού» σκοπού.
«Να μας απαντήσει ο πρωθυπουργός γιατί προχωρά σε αυτή την κίνηση και δημιουργεί αναστάτωση στις ελληνικές οικογένειες, καθιστώντας τα παιδιά πειραματόζωα. Είναι αχρείαστο το ρίσκο», τόνισε χαρακτηριστικά αργά χθες το βράδυ ο εκπρόσωπος του κόμματος Αλέξης Χαρίτσης.
- Έστησε ένα «επικοινωνιακό σόου υπερπροβολής του πρωθυπουργικού ‘εγώ’», χωρίς να δοθούν απαντήσεις σε καίρια ζητήματα που αφορούν την άρση της καραντίνας -όπως, για παράδειγμα, εάν υπάρχει επαρκής αριθμός τεστ για να φανεί η πραγματική εικόνα στην κοινότητα.
Η υπερβολική δόση «σταδιακής επιστροφής στην κανονικότητα» και απόδοσης ευσήμων στην κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της πανδημίας, όπως λένε στελέχη του κόμματος, οφείλεται κυρίως στην επιθυμία του Μαξίμου να αφήσει ανοικτή τη δυνατότητα πρόωρων εκλογών (σ.σ. ακόμα και τον Ιούλιο).
Σημειώνουν ωστόσο ότι «ακόμα είναι πολύ νωρίς για τις τελικές αποφάσεις», αφού αυτές θα εξαρτηθούν από την υγειονομική παράμετρο (τυχόν μεγάλος αριθμός νέων κρουσμάτων) και την οικονομική.
Μετά τα «λουκέτα» θα είναι αργά
Ως εκ τούτου, καταγράφουν ως κυριότερο συμπέρασμα από τη χθεσινή παρουσίαση, την απουσία απαντήσεων στα κρίσιμα ερωτήματα για επιχειρήσεις και εργαζόμενους. «Ούτε ο κ. Μητσοτάκης ούτε οι κυβερνητικοί παράγοντες που εξειδίκευσαν στη συνέχεια τις αποφάσεις αναφέρθηκαν στο θέμα της οικονομίας και των επικείμενων μέτρων, που προκαλούν μεγαλύτερο τρόμο... κι από τον κορωνοϊό», λένε.
Πόσο μάλλον που ένα μεγάλο τμήμα «συμπολιτών μας» (κατά την ορολογία... επί καραντίνας) περιμένει με αγωνία τις αποφάσεις για την πρώτη κατοικία, την ενίσχυση των επιχειρήσεων (μέσω της επιστρεπτέας προκαταβολής), την «τύχη» των εργασιακών σχέσεων, μετά τις μαζικές αναστολές συμβάσεων εργασίας ή της εκ περιτροπής εργασίας με το ήμισυ των αποδοχών και, βεβαίως, των χιλιάδων απολύσεων που αναμένονται λόγω «λουκέτων» και τουριστικής ασφυξίας.
«Οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης που βιώνουμε αναμένεται να είναι χειρότερες και από αυτές της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2009-2010», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Χαρίτσης. Και πρόσθεσε: «Ο χρόνος αυτή τη στιγμή λειτουργεί εις βάρος μας. Όταν θα έχουμε ήδη χιλιάδες λουκέτα και ανεργία στα επίπεδα της κρίσης του 2009, θα είναι πολύ πιο δύσκολο να χρηματοδοτηθεί η ελληνική οικονομία και τα έσοδα του κράτους θα μειώνονται διαρκώς».
Συνεπώς, κάλεσε την κυβέρνηση «να προχωρήσει έγκαιρα και άμεσα σε ένεση ρευστότητας με 26 δισ. ευρώ, στη στήριξη των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, στη στήριξη των νοικοκυριών για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών και στη στοχευμένη στήριξη συγκεκριμένων κλάδων της οικονομίας όπως ο τουρισμός».