Στην αποδόμηση των βασικών πολιτικών της αντιπάλων, οι οποίοι αναμένεται να διεκδικήσουν την ψήφο των πολιτών στις επόμενες εθνικές εκλογές, έχει στραφεί η στρατηγική της κυβέρνησης.
Με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία εικοσιτετράωρα, στο επίκεντρο της κριτικής του Μεγάρου Μαξίμου βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας, με αφορμή τις καταγγελίες που διατύπωσε σε βάρος του ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Παράλληλα, αιχμηρή κριτική ασκείται και προς το ΠΑΣΟΚ, ενώ αναφορές γίνονται – σε χαμηλότερους τόνους – και στη Μαρία Καρυστιανού, παρότι δεν κατέχει θεσμικό ρόλο.
Απώτερος στόχος του πρωθυπουργικού επιτελείου είναι η ενίσχυση του αφηγήματος περί ανάγκης πολιτικής σταθερότητας, την οποία – κατά τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία – μπορεί να διασφαλίσει μόνο μια αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ.
Κομβικό ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου αναμένεται να διαδραματίσουν οι αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, στους οποίους η κυβερνώσα παράταξη στοχεύει να αυξήσει τη διείσδυσή της. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO (για τα Παραπολιτικά), το 12,8% των αναποφάσιστων προέρχεται από τη ΝΔ, το 36,9% από κόμματα δεξιότερα της ΝΔ (Ελληνική Λύση και Νίκη), το 14,8% από το ΠΑΣΟΚ, ενώ το 35,7% προέρχεται από άλλα κόμματα. Παράλληλα, το 23,4% όσων δηλώνουν σήμερα αναποφάσιστοι δεν είχε συμμετάσχει στις προηγούμενες εκλογές.
«Υλοποιώντας το προεκλογικό μας πρόγραμμα και τηρώντας τις δεσμεύσεις μας, μπορούμε να γίνουμε ξανά ελκυστικοί», σημειώνει κυβερνητικός παράγοντας. «Αν όχι εμείς, ποιοι; Και αν όχι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ποιος άλλος θα μπορούσε να διασφαλίσει πρωταγωνιστικό ρόλο για τη χώρα την επόμενη τετραετία;», διερωτάται.
Στο πλαίσιο αυτό, τα πυρά προς τους πολιτικούς αντιπάλους – και εν δυνάμει διεκδικητές της πρωθυπουργίας – είναι συνεχόμενα.
Σχετικά με την τοποθέτηση του Γιάννη Στουρνάρα στην «Ομάδα Αλήθειας» (προκαλώντας για την επιλογή του αυτή έντονες αντιδράσεις στην αντιπολίτευση), κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, με τη θεσμική του ιδιότητα και την προηγούμενη θητεία του στο υπουργείο Οικονομικών, διαθέτει βαρύνουσα δημόσια παρουσία, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στα όσα καταγγέλλει. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ άσκησε πιέσεις σε βάρος του, με αφορμή τη διοίκηση της Τράπεζας Αττικής, φτάνοντας – όπως υποστήριξε – στο σημείο να στοχοποιήσει τη σύζυγό του μέσω φορολογικού ελέγχου.
«Καθαρά χέρια»
«Ο κ. Τσίπρας οφείλει να απαντήσει επί της ουσίας και να μην αποφεύγει τη δημόσια τοποθέτηση», σημειώνουν οι ίδιες πηγές, κατηγορώντας τον ότι επιχειρεί πολιτική επανατοποθέτηση με σύνθημα τα «καθαρά χέρια», την ώρα που – τονίζουν σε όλους τους τόνους – η διακυβέρνησή του συνοδεύτηκε από βαριά δημοσιονομικά μέτρα και λανθασμένες θεσμικές επιλογές.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και δηλώσεις του υφυπουργού Εξωτερικών, Χάρη Θεοχάρη, ο οποίος (μιλώντας στην ΕΡΤnews) έκανε λόγο για σχέδιο επιστροφής στη δραχμή κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015. Όπως υποστήριξε, υπήρχαν πληροφορίες για προετοιμασία μέτρων, όπως διατίμηση στα φάρμακα και καθυστερήσεις στην καταβολή μισθών στο Δημόσιο.
Παράλληλα, το Μέγαρο Μαξίμου ασκεί σκληρή κριτική και στο ΠΑΣΟΚ, καθώς και προσωπικά στον Νίκο Ανδρουλάκη, επικαλούμενο τη στάση του κόμματος σε ζητήματα όπως η συνταγματική αναθεώρηση, όσα είδαν το φως στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και καταγγελλόμενες εμπλοκές στελεχών του σε αμφιλεγόμενες υποθέσεις. Με αφορμή την περίπτωση του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι πρόκειται για εμβληματικό συνδικαλιστικό στέλεχος του χώρου, με διαχρονική στήριξη από το ΠΑΣΟΚ και ευρύτερες δυνάμεις της Κεντροαριστεράς.
Όσο για την Μαρία Καρυστιανού, που τελευταία έχει εστιάσει την αντικυβερνητική της ρητορική στα ελληνοτουρκικά, με αφορμή την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Άγκυρα, κατατάσσεται από κυβερνητικά στελέχη στους λεγόμενους «τζάμπα πατριώτες, που διατυπώνουν υπερβολές και διάφορες κορώνες που δεν οδηγούν πουθενά και απομονώνουν την χώρα».
Ο πρωθυπουργός, λένε οι ίδιες πηγές, έθεσε στον Ταγίπ Ερντογάν «όλα τα θέματα, για παράδειγμα, την απειλή πολέμου και δεν υπήρξε κάποια αντίδραση. Δεν το έχουμε ξανακούσει. Το casus belli, δεν είναι πέντε και δέκα χρόνια. Αυτά τα 30 χρόνια είναι που ακούγεται», σημειώνουν, «πετώντας το γάντι» στους… προηγούμενους, αλλά και σε όσους άλλους αντιδρούν.