Έντονο πολιτικό και στρατηγικό αποτύπωμα αποτελεί για την κυβέρνηση η σημερινή κύρωση από την Ολομέλεια της Βουλής των συμβάσεων του Ελληνικού Δημοσίου με την κοινοπραξία Chevron – HELLENiQ Energy.
Το μήνυμα που επιχειρούν να εκπέμψουν Μέγαρο Μαξίμου και Υπουργείο Ενέργειας είναι ότι η χώρα προχωρά αποφασιστικά στην αξιοποίηση των ενεργειακών της δυνατοτήτων, με έντονες διαστάσεις τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωστρατηγικό επίπεδο.
Σύμφωνα με την ανάγνωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, οι συγκεκριμένες συμφωνίες σηματοδοτούν την επιτάχυνση μιας πολιτικής που ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια, με στόχο την ανάδειξη της Ελλάδας σε σημαντικό παράγοντα του ενεργειακού χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου.
Η εμπλοκή μεγάλων πολυεθνικών ενεργειακών ομίλων παρουσιάζεται ως ένδειξη εμπιστοσύνης της διεθνούς αγοράς προς τη χώρα μας και ως απόδειξη ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει, εκτός από ενεργειακός κόμβος μεταφοράς, και ως δυνάμει παραγωγός φυσικού αερίου.
Η παρουσία μιας από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές ενεργειακές εταιρείες παγκοσμίως ειδικά σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης ερμηνεύεται ως έμπρακτη αναγνώριση της ελληνικής δικαιοδοσίας στις συγκεκριμένες ζώνες. Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή προβάλλεται ως στοιχείο ενίσχυσης της ελληνικής θέσης στην ευρύτερη περιοχή, σε μια περίοδο που οι ενεργειακοί πόροι και η ασφάλεια εφοδιασμού αποκτούν αυξημένη σημασία για την Ευρώπη.
Ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου υπογράμμισε χθες ότι το νομοσχέδιο αποτελεί κρίσιμο βήμα για την ανάπτυξη του κλάδου των υδρογονανθράκων, τονίζοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να διερευνήσει μεθοδικά τις φυσικές της δυνατότητες. Όπως σημείωσε, η πολιτική αυτή δεν αφορά μόνο την οικονομική προοπτική αλλά και τη στρατηγική αυτονομία της χώρας, καθώς η ενεργειακή επάρκεια συνδέεται πλέον άμεσα με την εθνική ασφάλεια.
Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει να αναδείξει την οικονομική και αναπτυξιακή διάσταση της πρωτοβουλίας. Στην επιχειρηματολογία της περιλαμβάνονται τα πιθανά δημόσια έσοδα από την εκμετάλλευση κοιτασμάτων, αλλά και τα ευρύτερα οφέλη για την οικονομία, όπως η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η προσέλκυση επενδύσεων και η ανάπτυξη εξειδικευμένης τεχνογνωσίας στον ενεργειακό τομέα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται επίσης στη συνέχεια της ενεργειακής στρατηγικής της χώρας. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την εξέλιξη αυτή ως μέρος μιας διαχρονικής εθνικής προσπάθειας που ξεκίνησε τα προηγούμενα χρόνια και σήμερα αποκτά πιο απτό περιεχόμενο. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να δείξει ότι η ενεργειακή πολιτική αποτελεί πεδίο εθνικής συνέχειας και όχι αποσπασματικών επιλογών.