Βενιζέλος για υποκλοπές: Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έπρεπε να εξαιρεθεί

Ο πρώην υπουργός έθεσε δημόσια θέμα εξαίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, από την υπόθεση των υποκλοπών. Η προηγούμενη εμπλοκή του και η θεσμική ευπρέπεια.

Δημοσιεύθηκε: 9 Μαΐου 2026 - 23:01

Load more

Ζήτημα εξαίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, από την υπόθεση των υποκλοπών έθεσε ευθέως ο Ευάγγελος Βενιζέλος, επικαλούμενος την προηγούμενη εμπλοκή του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού στην ίδια υπόθεση.

Μιλώντας στο 2ο διήμερο συνέδριο που διοργάνωσε ο επιστημονικός σύνδεσμος δικηγόρων «Οι Ποινικολόγιοι», ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου αναφέρθηκε εκτενώς στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, εστιάζοντας ειδικά στην ποινική δίκη και στον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

Ο κ. Βενιζέλος στάθηκε αρχικά στο άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επισημαίνοντας ότι «ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών, τα οποία δικαιολογούν, κατά την κρίση του, την επανεξέταση της υπόθεσης».

Όπως υποστήριξε, το κρίσιμο σημείο της διάταξης είναι το ρήμα «αναφαίνονται», σημειώνοντας ότι δεν απαιτείται πλήρης απόδειξη νέων στοιχείων, αλλά αρκεί η εμφάνισή τους ώστε να δικαιολογείται η επανεξέταση της υπόθεσης.

Η επίμαχη τοποθέτηση: 

 

Θα μου επιτρέψετε τώρα να κλείσω με την άδειά σας σε ένα περιβάλλον αμιγώς νομικό και σε έναν χώρο πανεπιστημιακό, αναφερόμενος σε ένα ζήτημα το οποίο είναι επίκαιρο και το οποίο με απασχόλησε πάρα πολύ και το οποίο πρέπει να πω ότι με στεναχώρησε και με ταλάνισε προσωπικά πάρα πολύ.

Αναφέρομαι στην πρόσφατη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία δεν ανασύρθηκε από το αρχείο η δικογραφία για τις υποκλοπές, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί και είχε τεθεί στο αρχείο με προηγούμενη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μετά από προκαταρκτική εξέταση που διενήργησε επίτιμος πλέον αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, που θα τιμήσει το συνέδριο με τη συμμετοχή του.

Ξέρετε καλύτερα από μένα την κρίσιμη διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που δεν είναι τόσο γραμματοπαγής όσο ο Ποινικός Κώδικας, αλλά πάντως βρισκόμαστε μέσα στο πλαίσιο των εγγυήσεων που προσφέρει η τυποποίηση του ποινικού φαινομένου με τις δικονομικές συμπαραδηλώσεις της.

Κατά το άρθρο 43, λοιπόν του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνο όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή καλεί τον μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για παροχή εξηγήσεων.»

Το κρίσιμο ρήμα στη διάταξη αυτή είναι «αναφαίνονται». Δεν χρειάζεται να έχουν προφανώς αποδειχθεί. Ίσως δεν χρειάζεται καν να έχουν πιθανολογηθεί. Αρκεί να έχουν αναφανεί.

Και ποιος είναι ο καταλληλότερος χώρος να αναφανεί ένα νέο στοιχείο; Ο χώρος του ποινικού ακροατηρίου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εγγύηση αλλά και μεγαλύτερη δοκιμασία από τη δημοσιότητα και τη δυναμική του ποινικού ακροατηρίου. Είναι ευτελές ή ανεπαρκές το ποινικό ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο μπορεί να επιβάλλει αθροιστικά ποινές φυλάκισης 126 ετών και συνολική ποινή προς έκτιση 8 ετών; Όχι βεβαίως.

Είναι ευτελές και ανεπαρκές να υπάρχει μια απόφαση με ενσωματωμένα τα πρακτικά που προσφέρει ένα corpus 1.600 σελίδων, όπου δεν μιλάει απλά ο δικαστής στο τέλος ούτε ο εισαγγελέας προτείνοντας, αλλά μιλούν τα γεγονότα που καταγράφονται και τα οποία συγκροτούν από μόνα τους έναν νέο πληρέστερο φάκελο δικογραφίας; Δεν έχουν αναφανεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία και δεν γίνεται επίκληση αυτών από έχοντες έννομο συμφέρον οι οποίοι μπορούν να είναι εγκαλούντες;

Αλλά πιο πολύ από όλα πρέπει να σας πω ότι με προβλημάτισε ο τρόπος με τον οποίο ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας, αντιλαμβάνεται και εφαρμόζει τα άρθρα 14 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους λόγους αποκλεισμού καταρχάς, για τους λόγους εξαίρεσης και για την υποχρέωση δήλωσης αποχής των δικαστικών προσώπων.

Το άρθρο 14 του ΚΠΔ προβλέπει ρητά στους λόγους αποκλεισμού την προηγούμενη εμπλοκή στην ίδια δίκη, στην ίδια υπόθεση. Η ιδιότητα του εποπτεύοντος στην ΕΥΠ εισαγγελικού λειτουργού που έχει εκδώσει διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν εμπίπτει στο άρθρο το 14;

Προβλέπεται ρητά ο αποκλεισμός αυτού που έχει καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον δικαστικού οργάνου, αλλά η εξεταστική επιτροπή της Βουλής ενώπιον της οποίας ο κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας έχει ρητά κατά τον Κανονισμό της Βουλής τις αρμοδιότητες του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Είναι οιονεί δικαστικό όργανο.

Να δεχθώ ότι μπορεί να προβληθεί η αντίθετη τυπολατρική ερμηνεία του άρθρου 14 ΚΠΔ η οποία καταδικάζεται ως αντίληψη από την πάγια νομολογία που ΕΔΔΑ, που καταγγέλλει συνεχώς την τυπολατρική ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων.

Μα το άρθρο 15 ΚΠΔ στους λόγους εξαίρεσης προσθέτει σε αυτά του άρθρου 14 για τους λόγους αποκλεισμού, τις υπόνοιες μεροληψίας. Είναι βαρύ να δεχθούμε ότι μπορεί να υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας; Το συνομολογώ. Μπορεί να δεχθούμε ότι είναι βαρύ να πεις ότι υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας.

Το άρθρο 23 το οποίο προβλέπει τη δήλωση αποχής, προσθέτει στους τυποποιημένους λόγους του άρθρου 14 και στις υπόνοιες μεροληψίας του άρθρου 15 την υποχρέωση δήλωσης αποχής όταν συντρέχουν λόγοι ευπρεπείας. Δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ευπρεπείας του άρθρου 23;

Δεν είναι δυσχερές το ζήτημα αυτό; Είναι τόσο προφανής η ερμηνεία; Το ζήτημα αυτό δεν έπρεπε να τεθεί από τον ίδιο τον Εισαγγελικό λειτουργό, ενώπιον του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου ως δυσχερές ώστε να έχουμε βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου; Δεν έπρεπε να έχει εισαχθεί το ζήτημα αυτό στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον αναπληρωτή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου; Αυτό προβλέπει ρητά ο ΚΠΔ.

Και αν δεν υπάρχουν όλα αυτά, πως δικαιολογείται η αντίθεση προς την πρακτική; Πρακτική της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου είναι ότι ο Εισαγγελέας αυτοπροσώπως και χωρίς προκαταρκτική εξέταση και χωρίς ανάθεση σε έναν από τους πολλούς πλέον αντιεισαγγελείς του Αρείου Πάγου τους προερχόμενους όλους αποκλειστικά από την ισταμένη δικαιοσύνη, αποφαίνεται μόνος του να μην γίνει κατηγορία;

Μπορεί να δώσει εντολή άσκησης δίωξης. Αλλά να γίνει όλη αυτή η διαδικασία, η προβλεπόμενη στο άρθρο 43 του ΚΠΔ, χωρίς να μεσολαβήσει αντιεισαγγελέας ο οποίος θα χειριστεί τον φάκελο; Γιατί όχι όπως έγινε στην προηγούμενη φάση που παρενεβλήθη αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

Δεν θα αναφερθώ στα πραγματολογικά σφάλματα που έχουν εντοπιστεί, σε σχέση με τη λειτουργία του διαδικτύου και σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο αποθηκεύεται στο αρχείο η ηλεκτρονική αλληλογραφία. Αλλά με έχουν εντυπωσιάσει οι αυθαίρετες λογικές συνεπαγωγές: Ότι δεν μπορεί να συντρέξει περίπτωση κατασκοπίας στην περίπτωση Σπίρτζη διότι δεν μπορούν να υπάρξουν στο κινητό τηλέφωνο στοιχεία τα οποία να είναι απόρρητα και συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, που περιλαμβάνει βέβαια και τη δημόσια ασφάλεια, την αρμοδιότητα δηλαδή του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Αλλά και το συμπέρασμα ότι αν παρακολουθείτε μια δημόσια persona ή ένας καλλιτέχνης συνιστά επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να έχουμε κατασκοπία για τους υπολοίπους! Δηλαδή για τον Αρχηγό του ΓΕΕΘΑ, για τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας και για άλλα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων.

Και βεβαίως, η contradictio in terminis. Προφανώς δεν έχουν αποδειχθεί πλήρως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου αυτά που το Δικαστήριο με σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα της Έδρας ζήτησε να διερευνηθούν σε επίπεδο προκαταρκτικής εξέτασης. Αλλά για αυτό υπάρχει η ποινική προδικασία. Και για αυτό υπάρχει η γυνή του Καίσαρα, η οποία δεν αρκεί να είναι τιμία, πρέπει και να φαίνεται τιμία.

Άρα η δοκιμασία του κράτους δικαίου είναι συνεχής. Η δοκιμασία του κράτους δικαίου είναι πολυεπίπεδη. Αφορά την εκτελεστική εξουσία, τη νομοθετική εξουσία, τη διοίκηση, την κοινωνία, όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου, αλλά αφορά πρωτίστως την ίδια τη δικαστική εξουσία, τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που πρέπει να λειτουργούν υπερβαίνοντας τον εαυτό τους και τις αντιλήψεις τους, όχι κατά τη γενική συνείδησή τους, την πολιτική, τη θρησκευτική, αλλά κατά τη δικανικά διαμορφωμένη συνείδησή τους.

Αυτή που αιτιολογείται, που πείθει, και που σέβεται εις βάθος και κατ’ ουσίαν τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.

 

 

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων