Όταν ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας Αλέξης Τσίπρας διατήρησε την εξουσία τον Σεπτέμβριο του 2015, μετά τη σύγκρουσή του με τους διεθνείς πιστωτές, δήλωσε ότι η χώρα επιθυμούσε πλέον μια κυβέρνηση με διάρκεια, ύστερα από πέντε εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε έξι χρόνια, επισημαίνει με άρθρο του το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg.
Περίπου μία δεκαετία αργότερα, το νέο κόμμα της αντιπολίτευσης που ίδρυσε την περασμένη εβδομάδα αντανακλά ένα ολοένα και πιο κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, το οποίο θα μπορούσε να υπονομεύσει τη δύσκολα κερδισμένη φήμη της Ελλάδας μεταξύ των επενδυτών ως χώρας σταθερότητας, τονίζεται στο άρθρο.
Η εμφάνιση νέων κομμάτων ακολουθεί μια ευρύτερη τάση σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς τα εκλογικά σώματα πολώνονται περισσότερο γύρω από ζητήματα όπως το κόστος ζωής, η μετανάστευση και η στέγαση.
Στην Ελλάδα, η πολιτική αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα της οικονομικής ανάκαμψης που επέτρεψε στη χώρα να ανακτήσει το καθεστώς ανεπτυγμένης οικονομίας και να καταγράψει ορισμένους από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το Bloomberg.
Με τις εκλογές να αναμένονται έως τον επόμενο Ιούνιο, το ερώτημα είναι αν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να εξασφαλίσει τρίτη διαδοχική θητεία, μετά την εκλογική επικράτησή του έναντι του Τσίπρα το 2019.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας διατηρεί άνετο προβάδισμα, αλλά παράλληλα υποδηλώνουν ότι ο Μητσοτάκης δεν διαθέτει την απαιτούμενη στήριξη ώστε να συνεχίσει να κυβερνά χωρίς κυβερνητικό εταίρο.
«Αν δεν προκύψει σταθερή κυβέρνηση και υπάρξει βραχύβια κυβέρνηση και νέες εκλογές, τότε η πολιτική αστάθεια θα μεταφερθεί στην οικονομία», δήλωσε ο καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο London School of Economics και διευθυντής του Hellenic Observatory, Βασίλης Μοναστηριώτης.
Κάτι που θα επιβράδυνε τις ιδιωτικές επενδύσεις και ενδεχομένως θα καθυστερούσε την πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κονδύλια, πρόσθεσε. «Και τα δύο θα έχουν αντίκτυπο στην ανάπτυξη».
Το άρθρο σημειώνει ότι η Ελλάδα που κυριάρχησε στην παγκόσμια επικαιρότητα κατά τη διάρκεια της κρίσης κρατικού χρέους, έχει πετύχει μια εντυπωσιακή οικονομική ανάκαμψη την τελευταία δεκαετία, αφού προηγουμένως έχασε σχεδόν το ένα τέταρτο του ΑΠΕ της. Ωστόσο, παρά την καλή δημοσιονομική εικόνα, πολλοί Έλληνες δηλώνουν ότι αισθάνονται πως έχουν μείνει πίσω.
Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση εμφανίζεται κατακερματισμένη, και επικεντρώνεται στο πώς θα αμφισβητηθεί ο Μητσοτάκης. Το νέο κόμμα του Τσίπρα, η Ελληνική Αριστερή Συμμαχία, επιδιώκει να ενώσει τους ψηφοφόρους απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Την προηγούμενη εβδομάδα, η Μαρία Καρυστιανού, η μητέρα θύματος της φονικότερης σιδηροδρομικής τραγωδίας στην Ελλάδα το 2023, ανακοίνωσε επίσης τη δημιουργία νέου πολιτικού σχήματος.
«Ακόμη και πριν από την εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων, μετρούσαμε ήδη 12 κόμματα στις έρευνές μας», σημειώνει ο γενικός διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Pulse, Γιώργος Αράπογλου.
Μια συνθήκη που καθιστά δυσκολότερη την πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος και των συνεπειών του, σημείωσε. «Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που υπήρχαν τόσα πολλά κόμματα στις δημοσκοπήσεις μας».
Το πρώην κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέτρεψε το μεταπολιτευτικό δικομματικό σύστημα της Ελλάδας όταν ήρθε στην εξουσία στις αρχές του 2015.
Οι Έλληνες είχαν συνηθίσει στην πολιτική αναταραχή, καθώς διαδοχικοί πρωθυπουργοί παραιτούνταν ή προκήρυσσαν πρόωρες εκλογές -μεταξύ αυτών και ο ίδιος ο Τσίπρας- πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Τσίπρας και η Καρυστιανού θα προστεθούν σε ένα ήδη πολυπληθές πεδίο διεκδίκησης της δεύτερης θέσης, δίπλα στο ΠΑΣΟΚ. Κάτι που σημαίνει ότι ενδέχεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο σε έναν πιθανό κυβερνητικό συνασπισμό.
Η Νέα Δημοκρατία καταγράφει ποσοστά κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα από τότε που ανέλαβε την εξουσία.
Βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών πριν από τρία χρόνια και τις συνεχιζόμενες έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για φερόμενη απάτη που σχετίζεται με αγροτικές επιδοτήσεις, αναφέρει το Bloomberg.
Ο Μητσοτάκης έχει επίσης δηλώσει ότι ο μόνος τρόπος να διασφαλιστεί το μέλλον της χώρας είναι μια ισχυρή αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτό πλέον δεν θεωρείται βέβαιο, σύμφωνα με τον Αράπογλου.
Στην Ελλάδα επίσης δεν υφίσταται η κουλτούρα κυβερνητικών συνεργασιών. Οι μόνες μακροχρόνιες κυβερνήσεις συνεργασίας στη σύγχρονη ιστορία σχηματίστηκαν κατά την περίοδο της κρίσης χρέους.
Το εκλογικό σύστημα προβλέπει μπόνους εδρών για το πρώτο κόμμα, προκειμένου να ευνοούνται οι μονοκομματικές κυβερνήσεις. Αυτό ενισχύει το ενδεχόμενο πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων, εφόσον κανένα κόμμα δεν μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση την επόμενη χρονιά.
Ωστόσο, ο Μητσοτάκης έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαψεύσει τις προβλέψεις. Το 2023, η Νέα Δημοκρατία ξεπέρασε τις εκτιμήσεις και επανεξελέγη μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία. Οι δημοσκοπήσεις πριν από την κάλπη έδειχναν ότι δεν θα μπορούσε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Προς το παρόν, ο πρωθυπουργός επικεντρώνεται στους οικονομικούς δείκτες της Ελλάδας και στη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών.
Τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε μέτρα στήριξης ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ, μετά την καταγραφή δημοσιονομικού πλεονάσματος για το 2025. Σε αυτά περιλαμβάνονται επιδόματα για οικογένειες, ενισχύσεις για ενοικιαστές και παράταση των επιδοτήσεων για το πετρέλαιο κίνησης και τα λιπάσματα.
«Η χώρα παρουσιάζει υγιή δημοσιονομικά αποτελέσματα και δεν θεωρώ ότι η δημοσιονομική κατεύθυνση θα επηρεαστεί σημαντικά από μια μετάβαση σε κυβέρνηση συνεργασίας», σύμφωνα με τον Μοναστηριώτη του LSE.
Ωστόσο, αν δεν σχηματιστεί κυβέρνηση και η χώρα οδηγηθεί σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, «η πολιτική αστάθεια θα έχει αντίκτυπο στη δημοσιονομική ισορροπία».