Όπως εξήγησε κατά τη χθεσινή τηλεοπτική συνέντευξη (στον «Άλφα»): «αν βγούμε πρώτοι στις επόμενες εθνικές εκλογές, θα επιδιώξουμε, θα διερευνήσουμε τη δυνατότητα να σχηματίσουμε κυβέρνηση με βάση το πρόγραμμά μας, χωρίς εκπτώσεις, ένα πρόγραμμα αλλαγής πολιτικής. Και αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, θα πάμε σε δεύτερες εκλογές για να διεκδικήσουμε εντολή καθαρής λύσης από τον ελληνικό λαό».
Με αφορμή αυτή τη θέση, ο κ. Τσίπρας επανέλαβε εκ νέου την άρνησή του σε προεκλογικές συνεργασίες με κόμματα: «Η ΕΛΑΣ ιδρύθηκε για να καλύψουμε ένα υπαρκτό μεγάλο κενό στο προοδευτικό φάσμα, όχι για να συνεργαστούμε με υπάρχουσες δυνάμεις που εκτιμούμε ότι έχουν κλείσει τον κύκλο τους».
Το ενδιαφέρον είναι ότι η συνέντευξη συνέπεσε με (άλλη μία) συνεδρίαση στην Κουμουνδούρου, της Πολιτικής Γραμματείας, με αντικείμενο την «τύχη» του ΣΥΡΙΖΑ αφού η Κ.Ε. του αποφάσισε να μην μετέχει στις εκλογές αντιπαραθετικά στην ΕΛΑΣ. Το κατηγορηματικό ξεκαθάρισμα προθέσεων από τον κ. Τσίπρα «μούδιασε» τα στελέχη που εξακολουθούσαν (ή εξακολουθούν…) να ελπίζουν σε κεντρική συνεργασία με την ΕΛΑΣ και είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότεροι είχαν… καρφωθεί στις οθόνες ακούγοντας τον πρώην πρόεδρο τους να αποκλείει συνεργασία με το πρώην κόμμα του
Ο ίδιος άλλωστε ήταν «ωμά ειλικρινής», όπως σημειώνουν εχθροί και αντίπαλοί του και φάνηκε από δύο αναφορές του:
-Δεν παίρνω το νήμα από εκεί που το άφησα. Αν το ήθελα θα μπορούσα να το κάνω. Ανοίγω έναν νέο κύκλο με ένα νέο κόμμα με νέα πρόσωπα, ίδιες αξίες, αλλά με διαφορετική αντίληψη για το πώς κάνουμε πολιτική. Με την ανάγκη να συσπειρώσουμε δυνάμεις από τον ευρύτερο δημοκρατικό προοδευτικό χώρο, όχι μονάχα στα αριστερά της Αριστεράς.
Δεν επέστρεψα στην ενεργό δράση για να καταγράφω ποσοστά, θέλουμε να είμαστε κυβερνώσα Αριστερά και όχι Αριστερά της διαμαρτυρίας.
-Επί τρία χρόνια η χώρα πορεύτηκε ουσιαστικά με ένα κόμμα (ΝΔ) που δέσποζε στα πολιτικά πράγματα χωρίς ισχυρή αντιπολίτευση. Και αυτό δεν είναι καλό για τη δημοκρατία, δεν είναι καλό για το πολιτικό σύστημα και για την ίδια την κυβέρνηση, όποια και αν είναι αυτή. Και τις καλύτερες προθέσεις να είχε που δεν τις είχε. Από ότι φαίνεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη έγινε πολύ πιο αλαζονική, χωρίς ισχυρό έλεγχο και αντιπολίτευση.
Το «καρφί» για το αντιπολιτευτικό κενό αφορούσε βεβαίως και το ΠΑΣΟΚ, για το οποίο απέφυγε ιδιαίτερες αναφορές, πέραν της έμμεσης για τη δυνατότητα μετεκλογικών συνεργασιών.
Αναδιανομή, όχι νέα φορολογία
Κατά τα λοιπά, ο κ. Τσίπρας ανέπτυξε εκ νέου την κεντρική φιλοσοφία του επιτελείου του στο «πού θα βρει τα λεφτά» μία κυβέρνησή του για να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της.
Εκτός από την παράμετρο της διαφθοράς («θα βρούμε τα λεφτά στην εντιμότητα μας»), εξήγησε: «Η δημοσιονομική δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας, από το 2019 και μετά, δεν δημιουργεί καμία ανάγκη για αύξηση φόρων προκειμένου να ικανοποιηθούν οι επιδιώξεις που μέχρι τώρα έχουμε εξαγγείλει.
Η ελληνική οικονομία υπεραποδίδει, πάνω από τα πλεονάσματα που είναι η υποχρέωσή της, γύρω στα 6 δισ. ευρώ. Άρα λοιπόν, υπάρχει δημοσιονομικός χώρος να ικανοποιηθούν πολιτικές παρεμβάσεις ενίσχυσης της κοινωνίας, με ένα άλλο μείγμα πολιτικών, χωρίς να φορολογηθούν ούτε τα μεσαία, ούτε τα χαμηλά, ακόμα και ούτε τα υψηλά εισοδήματα».
Ενώ, αναδεικνύοντας την ανάγκη κοινωνικής δικαιοσύνης, παρέπεμψε στη γνωστή θέση του για πατριωτική εισφορά («δεν θα είναι εθελοντική») λέγοντας: «Πρέπει, με κάποιο τρόπο να γίνει και μία αναδιανομή, από τους ισχυρούς προς την κοινωνία. Αυτή λοιπόν, η αναδιανομή δεν θα γίνει με τη φορολόγηση της πισίνας ή του γρήγορου σκάφους, θα γίνει όμως μέσα από την πατριωτική εισφορά. Θα αφορά το 1%, δεν θα αφορά το 99%. Θα αφορά τους πάρα πολύ πλούσιους και τις πάρα πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις».
Επιβεβαίωσε δε, ότι το αναλυτικό κυβερνητικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ και η εξειδίκευση του θα γίνει από τη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο.