Οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις μεταξύ τραπεζών της ΕΕ έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδό τους από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς τα αυξανόμενα κέρδη και οι τιμές των μετοχών στον κλάδο έβαλαν τέλος σε μια μακρά περίοδο υποτονικής δραστηριότητας συμφωνιών.
Αρκετές τραπεζικές συγχωνεύσεις πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ συνέβαλαν ώστε η συνολική αξία των διασυνοριακών ευρωπαϊκών τραπεζικών deals να ανέλθει στα 17 δισ. ευρώ πέρυσι, από 3,4 δισ. ευρώ τον προηγούμενο χρόνο, σύμφωνα με στοιχεία που παρείχε στους FT η Dealogic.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ζητούν εδώ και καιρό περισσότερη συγκέντρωση σε μια κατακερματισμένη τραπεζική αγορά της ΕΕ, η οποία, όπως λένε τα στελέχη, ταλανίζεται από ρυθμιστικά εμπόδια και πολιτικές αντιστάσεις, με αποτέλεσμα ο τομέας να χάνει περαιτέρω έδαφος έναντι μεγαλύτερων αμερικανικών ανταγωνιστών.
Παρότι η πρόοδος στην άρση της γραφειοκρατίας γύρω από την πανευρωπαϊκή τραπεζική υπήρξε αργή, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες προχωρούν ούτως ή άλλως σε συμφωνίες για να επεκταθούν πέρα από τα σύνορα.
Ο διευθύνων σύμβουλος της UniCredit, Αντρέα Όρτσελ, ο οποίος έχει στο παρελθόν καλέσει την Ευρώπη να δημιουργήσει μεγαλύτερες και ισχυρότερες τράπεζες ώστε να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι «το ανταγωνιστικό τοπίο πρόκειται να αλλάξει δραματικά», επικαλούμενος τις νέες τεχνολογίες και την άνοδο των fintech.
«Είμαι αρκετά πεπεισμένος ότι θα υπάρχουν λιγότερες τράπεζες [έως το 2030]. Θα υπάρξουν νικητές και ηττημένοι και η απόσταση μεταξύ νικητών και ηττημένων θα είναι πολύ, πολύ μεγαλύτερη. Κάποιες θα συγχωνευθούν. Κάποιες θα εξαφανιστούν.»
Ο Φερνάντο ντε λα Μόρα, συν-επικεφαλής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στην Alvarez & Marsal, είπε ότι η έξαρση των τραπεζικών συμφωνιών στην ΕΕ τροφοδοτείται από υψηλότερες αποτιμήσεις του κλάδου, ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον, χαμηλά ποσοστά αθετήσεων και τα οφέλη κλίμακας για μεγάλες επενδύσεις στην πληροφορική.
«Σε ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον, χωρίς ζητήματα πιστωτικού κινδύνου και με υψηλά επίπεδα τεχνολογικού μετασχηματισμού, οι προϋποθέσεις για μεγαλύτερη συγκέντρωση παραμένουν πολύ ευνοϊκές», είπε.
Η πώληση από την ισπανική Banco Santander, ύψους 7 δισ. ευρώ, μεγάλου μέρους των δραστηριοτήτων της στην Πολωνία προς την αυστριακή Erste Bank ήταν μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες που συνέβαλαν ώστε το περσινό σύνολο της διασυνοριακής συγκέντρωσης να φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, όταν είχαν συναφθεί συμφωνίες ύψους 19,5 δισ. ευρώ.
Άλλες τραπεζικές συγχωνεύσεις στην ΕΕ πέρυσι περιλάμβαναν την εξαγορά, ύψους 6,4 δισ. ευρώ, της πορτογαλικής Novo Banco από τη γαλλική BPCE, η οποία λειτουργεί τα τραπεζικά δίκτυα Banque Populaire και Caisse d’Epargne, καθώς και την εξαγορά της γερμανικής OLB έναντι 1,8 δισ. ευρώ από τη γαλλική Crédit Mutuel.
Η άνοδος των συγχωνεύσεων τραπεζών στην ΕΕ αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης παγκόσμιας τάσης. Η αξία των συγχωνεύσεων και εξαγορών τραπεζών παγκοσμίως υπερδιπλασιάστηκε πέρυσι στα 190 δισ. δολάρια, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της McKinsey.
Ωστόσο, ανώτερο στέλεχος σε μεγάλο όμιλο της ΕΕ είπε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια για τη διασυνοριακή συγκέντρωση μεταξύ των μεγαλύτερων τραπεζών της περιοχής.
Το στέλεχος ανέφερε ότι οι εξαγορές μεγαλύτερων τραπεζών της ΕΕ συχνά προκαλούν πολιτικές αντιδράσεις, όπως οι προειδοποιήσεις που απηύθυναν Γερμανοί πολιτικοί ηγέτες προς την ιταλική UniCredit μετά την απόκτηση μεγάλου ποσοστού στην Commerzbank.