Η απόφαση του Nικ Eβανς, διαχειριστή κεφαλαίων της Polar Capital, να ρευστοποιήσει μετοχές εταιρειών λογισμικού πριν από τη μαζική φυγή των επενδυτών αποδείχθηκε εξαιρετικά κερδοφόρα.
Παρά την πτώση των τιμών, ο ίδιος απευθύνει αυστηρή προειδοποίηση προς όσους αναζητούν επενδυτικές ευκαιρίες: οι περισσότεροι τίτλοι παραμένουν «τοξικοί», ενώ εκτιμά πως ελάχιστες είναι οι εταιρείες του κλάδου που θα καταφέρουν τελικά να επιβιώσουν.
«Πιστεύουμε ότι το λογισμικό εφαρμογών αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή από την τεχνητή νοημοσύνη», δήλωσε ο Eβανς, του οποίου το τεχνολογικό fund, ύψους 12 δισ. δολαρίων, κατέγραψε επιδόσεις ανώτερες από το 99% των ανταγωνιστών του τον τελευταίο χρόνο και το 97% σε βάθος πενταετίας.
Οι φόβοι ότι τα εξελιγμένα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως το Claude Cowork της Anthropic, θα αναστατώσουν τις επιχειρήσεις software οδήγησαν τις μετοχές τους σε πτώση φέτος. Ένα ETF που παρακολουθεί τον τομέα λογισμικού των ΗΠΑ υποχωρεί κατά 22%, σε έντονη αντίθεση με τις μετοχές ημιαγωγών που έχουν εκτοξευθεί, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει τη ζήτηση για υπολογιστές.
Το λογισμικό εφαρμογών, που βοηθά τους χρήστες να εκτελούν εργασίες όπως η σύνταξη εγγράφων και η διαχείριση μισθοδοσίας, φαίνεται να διατρέχει ιδιαίτερο κίνδυνο, σύμφωνα με τον Eβανς. Εκτός από μια μικρή θέση και ορισμένα δικαιώματα προαίρεσης στη Microsoft, ο ίδιος έχει πουλήσει όλες τις άλλες συμμετοχές του στον τομέα, σε SAP, ServiceNow, Adobe, HubSpot και όχι μόνο. «Δεν θα επιστρέψουμε σε αυτές τις εταιρείες», είπε σε συνέντευξή του, μεταδίδει το Bloomberg.
Κατά την άποψή του, τα εργαλεία κωδικοποίησης τεχνητής νοημοσύνης έχουν βελτιωθεί τόσο πολύ, που μπορούν ήδη να αναπαράγουν και να τροποποιούν μεγάλο μέρος του υπάρχοντος λογισμικού. Αυτό σημαίνει ότι οι καθιερωμένες εταιρείες αντιμετωπίζουν πλέον πολύ μεγαλύτερο ανταγωνισμό τόσο από τους δικούς τους πελάτες, οι οποίοι σπεύδουν εσωτερικά να αναπτύξουν νέα εργαλεία για να μειώσουν το κόστος, όσο και από νεοφυείς επιχειρήσεις τεχνητής νοημοσύνης.
Εταιρείες όπως η SAP, που κατασκευάζουν σύνθετα πακέτα software, πιθανότατα θα είναι πιο ανθεκτικές, σύμφωνα με τον Eβανς. Ωστόσο, καθώς τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης «γίνονται πολύ πιο ισχυρά», υπάρχει σημαντική αβεβαιότητα σχετικά με τις μακροπρόθεσμες αποτιμήσεις τους, είπε.
Επτά από τις 10 κορυφαίες θέσεις του fund στα τέλη Ιανουαρίου ήταν σε εταιρείες ημιαγωγών, συμπεριλαμβανομένης της κορυφαίας Nvidia, όπου βρισκόταν σχεδόν το 10% του χαρτοφυλακίου του. Εκτός από τις κατασκευάστριες τσιπ, ο Eβανς δήλωσε αισιόδοξος για τις εταιρείες που κατασκευάζουν εξοπλισμό δικτύωσης και οπτικές ίνες, καθώς και για εκείνες που παρέχουν ενεργειακές υποδομές σε κέντρα δεδομένων.
Η πτώση της αγοράς, που προκλήθηκε από την απειλή αναστάτωσης στην τεχνητή νοημοσύνη, θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη έναν πονοκέφαλο στις εταιρείες λογισμικού. Οι εργαζόμενοι συχνά λαμβάνουν μετοχές ως μέρος της αμοιβής τους και οι διευθυντές μπορεί να χρειαστεί να αντισταθμίσουν τη χαμένη αξία καταβάλλοντας περισσότερα μετρητά, δήλωσε ο Eβανς. Οποιαδήποτε προσπάθεια αγοράς νεοφυών επιχειρήσεων τεχνητής νοημοσύνης για την τόνωση της ανάπτυξης μπορεί να επιδεινώσει την οικονομική πίεση, είπε.
Υπάρχουν τομείς λογισμικού που ο Eβανς θεωρεί λιγότερο ευάλωτους σε αναταραχές. Τον Ιανουάριο, αύξησε τις συμμετοχές του σε εταιρείες λογισμικού υποδομών που παρέχουν τη βάση συστημάτων που υποστηρίζουν καταναλωτικές και εταιρικές εφαρμογές. Οι επενδύσεις του στον τομέα περιλαμβάνουν την Cloudflare και τη Snowflake.
Τα πρόσφατα οικονομικά αποτελέσματα των εταιρειών λογισμικού υποδομής Datadog και Fastly καταδεικνύουν κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης για τις τεχνικές υποδομές του διαδικτύου.
Επίσης, ο Εβανς έχει ουδέτερη άποψη για το λογισμικό κυβερνοασφάλειας, όπου δεν βλέπει άμεση απειλή από την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, λιγότερο από το 7% του κεφαλαίου του επενδύεται σε λογισμικό υποδομών και μετοχές κυβερνοασφάλειας.
Εκτός αυτών των τομέων, όμως, αναμένει ότι μόνο λίγες εταιρείες θα επιβιώσουν από την επώδυνη αναταραχή που τους περιμένει. Οπως προβλέπει, οι περισσότερες θα ακολουθήσουν τον δρόμο των εφημερίδων της δεκαετίας του 2000, όταν αποδεκατίστηκαν από το διαδίκτυο.
Οι επενδυτές θα πρέπει να έχουν «σημαντικά μειωμένο βάρος σε λογισμικό εφαρμογών και πρέπει να αντιδράσουν γρήγορα, επειδή, όσο βελτιώνονται τα μοντέλα, τόσο επιταχύνεται η αναστάτωση», είπε.