Η Διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών των ΗΠΑ Τούλσι Γκάμπαρντ δήλωσε την Τετάρτη στους αμερικανούς βουλευτές ότι το καθεστώς στο Ιράν «φαίνεται να παραμένει ακέραιο αλλά σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωμένο», έπειτα από σχεδόν τρεις εβδομάδες πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η κατάθεσή της στη Γερουσία, μαζί με άλλους κορυφαίους αξιωματούχους πληροφοριών της κυβέρνησης Τραμπ, ακολουθεί την αιφνιδιαστική παραίτηση του Τζο Κεντ, ανώτερου πολιτικού διορισμένου που επέβλεπε το National Counterterrorism Center, ο οποίος εξέφρασε έντονες αμφιβολίες για τη βάση της απόφασης της κυβέρνησης να ξεκινήσει τη σύγκρουση.
Η Γκάμπαρντ ανέφερε στην εισαγωγική της τοποθέτηση ότι το Ιράν και οι σύμμαχοί του «συνεχίζουν να επιτίθενται σε αμερικανικά και συμμαχικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή», ακόμη και μετά τις απώλειες πριν και μετά την έναρξη του πολέμου.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι, στην αρχική της δήλωση, απέκλινε από το προετοιμασμένο κείμενο — το οποίο είχε δημοσιευθεί πριν από την ακρόαση — σχετικά με την εκτίμηση της κοινότητας πληροφοριών για τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν. Μιλώντας στους νομοθέτες, δήλωσε ότι μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς σε πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν το καλοκαίρι, η Τεχεράνη «προσπαθεί να ανακάμψει» από τη «σοβαρή ζημία» που προκάλεσε η επιχείρηση.
Σύμφωνα με το γραπτό της κείμενο, η Γκάμπαρντ επρόκειτο να δηλώσει ότι οι Ιρανοί δεν είχαν καταβάλει «καμία προσπάθεια» μετά τους βομβαρδισμούς για να «αποκαταστήσουν την ικανότητα εμπλουτισμού». Η διατύπωση αυτή φαινόταν να υπονομεύει τις θέσεις της κυβέρνησης, η οποία έχει επικαλεστεί το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ως έναν από τους λόγους για τους οποίους ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θεώρησε επιτακτική την έναρξη του πολέμου.
Όταν ο γερουσιαστής Μαρκ Ρ. Γουόρνερ (Βιρτζίνια), κορυφαίος Δημοκρατικός της επιτροπής, τη ρώτησε γιατί απέκλινε από το γραπτό της κείμενο, η Γκάμπαρντ απάντησε ότι παρέλειψε ορισμένα σημεία «λόγω περιορισμένου χρόνου».
Ο Γουόρνερ την κατηγόρησε ότι επέλεξε «να παραλείψει τα σημεία που αντιφάσκουν με τον πρόεδρο».
Η ακρόαση της Τετάρτης, στην οποία κατέθεσαν επίσης ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ και ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ, μεταξύ άλλων, αποτελεί την πρώτη δημόσια αποτίμηση από τόσο υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ από την έναρξη του πολέμου στα τέλη Φεβρουαρίου — και ενδέχεται να αναδείξει περαιτέρω διαφωνίες εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος σχετικά με τη σύγκρουση και την προετοιμασία της.
Η Γκάμπαρντ έχει διαχρονικά επικρίνει τις αμερικανικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή και είναι στενή φίλη του Κεντ, ο οποίος υποστήριξε σε δημόσια επιστολή προς τον πρόεδρο ότι το Ιράν «δεν αποτελούσε άμεση απειλή» για τις ΗΠΑ, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση, και ότι το Ισραήλ ώθησε τον Τραμπ στην έναρξη του πολέμου.
Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι έσπευσαν να απορρίψουν τους ισχυρισμούς του Κεντ. Ο γερουσιαστής Τομ Κότον (Αρκάνσας), πρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών, χαρακτήρισε την εκτίμησή του «λανθασμένη» και υποστήριξε ότι «το εκτεταμένο πυραυλικό οπλοστάσιο του Ιράν και η υποστήριξή του στην τρομοκρατία συνιστούν σοβαρή και αυξανόμενη απειλή για τις ΗΠΑ».
Σε προσεκτικά διατυπωμένη δήλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά την ανακοίνωση της παραίτησης του Κεντ, η Γκάμπαρντ ανέφερε ότι ο πρόεδρος είναι «υπεύθυνος για τον καθορισμό του τι συνιστά άμεση απειλή» και ότι, «μετά από προσεκτική εξέταση όλων των διαθέσιμων πληροφοριών», ο Τραμπ κατέληξε ότι το Ιράν αποτελεί τέτοια απειλή.
Οπως μεταδίδει η Washington Post ο Ράτκλιφ δήλωσε, απαντώντας σε ερώτηση του γερουσιαστή Τζον Κόρνιν (Τέξας), ότι διαφωνεί με τις θέσεις του Κεντ και ότι «κάθε αντικειμενική αξιολόγηση» των δυνατοτήτων του Ιράν υποδηλώνει ότι αποτελεί απειλή για τις ΗΠΑ.
Πριν από τις κλειστές ενημερώσεις προς το Κογκρέσο στις αρχές Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, που είναι ταυτόχρονα και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου, υποστήριξε ότι το Ισραήλ είχε αποφασίσει να πλήξει το Ιράν και ότι ο Τραμπ επέλεξε να συμμετάσχει στις επιθέσεις, αντί να αντιμετωπίσει εκ των υστέρων ιρανικά αντίποινα κατά των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή.