Το Ιράν εκτόξευσε δύο βαλλιστικούς πυραύλους μέσου βεληνεκούς (IRBM) προς τη βάση Ντιέγκο Γκαρσία, μια κοινή στρατιωτική βάση ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου στον Ινδικό Ωκεανό, σύμφωνα με αμερικανούς αξιωματούχους που επικαλείται η WSJ. Κανένας από τους πυραύλους δεν έπληξε τη βάση, ωστόσο η ενέργεια αυτή σηματοδότησε την πρώτη επιχειρησιακή χρήση IRBM από το Ιράν και μια σημαντική προσπάθεια να επεκτείνει την εμβέλειά του πολύ πέρα από τη Μέση Ανατολή και να απειλήσει αμερικανικά συμφέροντα.
Ένας από τους πυραύλους απέτυχε κατά την πτήση, ενώ ένα αμερικανικό πολεμικό πλοίο εκτόξευσε έναν αντιαεροπορικό πύραυλο αναχαίτησης SM-3 προς τον άλλο, σύμφωνα με δύο από τις πηγές. Δεν κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί αν πραγματοποιήθηκε επιτυχής αναχαίτιση, σύμφωνα με έναν από τους αξιωματούχους.
Η στόχευση της Ντιέγκο Γκαρσία, που απέχει περίπου 4.000 χιλιόμετρα από το Ιράν, υποδηλώνει ότι οι ιρανικοί πύραυλοι διαθέτουν μεγαλύτερο βεληνεκές από αυτό που η Τεχεράνη είχε προηγουμένως αναγνωρίσει. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί είχε δηλώσει τον περασμένο μήνα ότι το Ιράν έχει σκόπιμα περιορίσει το βεληνεκές των πυραύλων του στα 2.000 χιλιόμετρα.
Το Iran Watch, μέρος του Wisconsin Project on Nuclear Arms Control, αναφέρει ότι το Ιράν διαθέτει επιχειρησιακούς πυραύλους με εμβέλεια έως και 4.000 χιλιόμετρα. Το ισραηλινό Alma Research and Education Center εκτιμά ότι το μέγιστο βεληνεκές των ιρανικών πυραύλων ανέρχεται περίπου στα 3.000 χιλιόμετρα, αλλά σημειώνει ότι υπάρχουν αναφορές για ανάπτυξη όπλων με ακόμη μεγαλύτερη εμβέλεια.
Βρισκόμενη σε ένα απομακρυσμένο νησί της Βρετανικής Επικράτειας στον Ινδικό Ωκεανό, η Ντιέγκο Γκαρσία αποτελεί στρατηγική βάση από την οποία οι ΗΠΑ φιλοξενούν βομβαρδιστικά, πυρηνικά υποβρύχια και αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων.
Η Βρετανία βρισκόταν πρόσφατα σε διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση της κυριαρχίας της Ντιέγκο Γκαρσία και των ευρύτερων Νήσων Τσάγκος στον Μαυρίκιο, ενώ ταυτόχρονα διαπραγματευόταν μια μακροχρόνια μίσθωση ώστε να διατηρηθεί η στρατιωτική βάση ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου στο νησί. Ο πρόεδρος Τραμπ και ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές έχουν εκφράσει αντιρρήσεις για την πρόταση.
Η σημασία της κίνησης
Η απόπειρα της Τεχεράνης να πλήξει το Ντιέγκο Γκαρσία συνιστά μείζονα εξέλιξη, ακόμη κι αν επιχειρησιακά κατέληξε σε αποτυχία. To Ιράν δοκίμασε, στην πράξη, ένα πολύ ευρύτερο γεωγραφικό αποτύπωμα απειλής από εκείνο που δημοσίως παραδεχόταν.
Στρατηγικά, η εικόνα αλλάζει. Αν αυτή η ακτίνα δράσεως επιβεβαιωθεί, το Ντιέγκο Γκαρσία παύει να θεωρείται αυτονόητα «ασφαλές μετόπισθεν» για αμερικανοβρετανικές επιχειρήσεις. Και η γεωμετρία της απειλής δεν σταματά στον Ινδικό: σε καθαρά γεωγραφικούς όρους, ένα θεωρητικό τόξο 4.000 χιλιομέτρων από το Ιράν καλύπτει και τμήματα της νότιας και νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η Αθήνα απέχει αεροπορικώς περίπου 2.440–2.470 χιλιόμετρα από την Τεχεράνη και η Ρώμη περίπου 3.420–3.430 χιλιόμετρα, άρα βρίσκονται σαφώς εντός μιας τέτοιας υποθετικής ζώνης. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποδείχθηκε ήδη αξιόπιστη ιρανική δυνατότητα πλήγματος κατά ευρωπαϊκών πρωτευουσών· σημαίνει όμως ότι, εάν το βεληνεκές αυτό καταστεί επιχειρησιακά ώριμο, η Ευρώπη δεν θα μπορεί να αντιμετωπίζει το ιρανικό βαλλιστικό ζήτημα ως αμιγώς μεσανατολικό πρόβλημα.
Η χρονική συγκυρία προσθέτει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στο μήνυμα. Το Λονδίνο ενέκρινε στις 20 Μαρτίου τη χρήση βρετανικών βάσεων, συμπεριλαμβανομένου του Ντιέγκο Γκαρσία, για αμερικανικά πλήγματα κατά ιρανικών πυραυλικών θέσεων που απειλούσαν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Αν η ιρανική εκτόξευση συνδέεται με αυτή την απόφαση, τότε η Τεχεράνη δεν απάντησε μόνο στρατιωτικά· απάντησε αμφισβητώντας ευθέως την παραδοχή ότι οι δυτικές δυνάμεις μπορούν να χρησιμοποιούν απρόσβλητα τις μακρινές βάσεις τους για επιχειρήσεις στην περιοχή.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η αποτυχία των δύο πυραύλων δεν αναιρεί τη σημασία του γεγονότος. Αντιθέτως, η ουσία βρίσκεται στην ίδια την απόπειρα: το Ιράν έδειξε ότι επιδιώκει — και ίσως πλησιάζει — μια διαπεριφερειακή ικανότητα κρούσης, ικανή να μεταφέρει την πίεση πολύ πέρα από τον στενό πυρήνα της Μέσης Ανατολής. Και μόνο αυτό αρκεί για να αλλάξει τους υπολογισμούς Ουάσιγκτον, Λονδίνου και, δυνητικά, και ευρωπαϊκών πρωτευουσών.