Τέσσερα χρόνια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό σοκ -αυτή τη φορά από τη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος στο Ιράν, με τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και τις φυσικές ζημιές σε ενεργειακές υποδομές, έχει προκαλέσει σημαντική διαταραχή στην παγκόσμια προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με την ενημερωτική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Eurogroup (26 Μαρτίου 2026), μόνο κατά τις πρώτες 17 ημέρες της κρίσης η Ε.Ε. δαπάνησε περίπου 6 δισ. ευρώ επιπλέον για εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν ξεπεράσει τα 110 δολάρια το βαρέλι -επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από τον Αύγουστο του 2022.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η Ε.Ε. βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με το 2022. Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στο ηλεκτρικό μείγμα αυξήθηκε από 36% το 2021 σε 48% το 2025, ενώ τα ορυκτά καύσιμα υποχώρησαν από 34% σε 26%. Παράλληλα, η εξάρτηση από ρωσικό φυσικό αέριο μειώθηκε δραστικά: από 45% των εισαγωγών το 2021 σε μόλις 12% το 2025, εν μέρει χάρη στην αύξηση του αμερικανικού LNG (από 6% σε 26% την ίδια περίοδο).
Ωστόσο, η μετάβαση δεν έχει ολοκληρωθεί. Ο τομέας των μεταφορών εξακολουθεί να εξαρτάται κατά 90% από πετρέλαιο και παράγωγά του. Το 2024, το 19% των καθαρών εισαγωγών πετρελαίου στην Ε.Ε. προερχόταν από τον Κόλπο — γεγονός που εξηγεί γιατί ο πόλεμος στο Ιράν χτυπά ιδιαίτερα αυτόν τον τομέα.
Η άμυνα κατανάλωσε τον δημοσιονομικό χώρο
Το κεντρικό ερώτημα πολιτικής δεν είναι αν χρειάζονται μέτρα στήριξης -η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι χρειάζονται. Είναι αν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για να τα χρηματοδοτήσει.
Η απάντηση, σύμφωνα με την έκθεση, είναι αρνητική — ή τουλάχιστον πολύ περιορισμένη. Η Γενική Ρήτρα Διαφυγής (General Escape Clause) του Συμφώνου Σταθερότητας, που θα επέτρεπε στα κράτη-μέλη να παρεκκλίνουν από τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις τους, μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο σε περίπτωση «σοβαρής οικονομικής ύφεσης». Η Επιτροπή κρίνει ότι αυτή η συνθήκη δεν πληρούνται, τουλάχιστον προς το παρόν.
Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό εμπόδιο. Η Εθνική Ρήτρα Διαφυγής (National Escape Clause) έχει ήδη ενεργοποιηθεί σε αρκετά κράτη-μέλη για αμυντικές δαπάνες. Σύμφωνα με ανάλυση της Επιτροπής (staff working document), η χρήση αυτής της ρήτρας για άμυνα οδηγεί σε αύξηση ελλειμμάτων, αύξηση χρέους και καθυστέρηση της αποκλιμάκωσής του κατά αρκετά χρόνια στις πιο χρεωμένες χώρες.
Τα μαθήματα του 2022: Ακριβά και με κακή στόχευση
Η αυστηρότητα της Επιτροπής δεν βασίζεται μόνο στους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Αντλεί και από την αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν κατά την ενεργειακή κρίση 2022-2023, τα οποία η ίδια χαρακτηρίζει ως δαπανηρά αλλά σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικά.
Το καθαρό δημοσιονομικό κόστος ανήλθε σε 2,2% του ΑΕΠ σωρευτικά μεταξύ 2022 και 2024 (1,2% το 2022, 0,9% το 2023, 0,1% το 2024). Το 60% δαπανήθηκε σε μέτρα τιμών (price measures) -δηλαδή άμεσες επιδοτήσεις στο κόστος ενέργειας- και μόλις 40% σε εισοδηματική στήριξη. Η κρίσιμη αδυναμία: μόνο το 25% της συνολικής στήριξης κατευθύνθηκε σε ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τα υπόλοιπα τρία τέταρτα αφορούσαν οριζόντια, μη στοχευμένα μέτρα.
Η Επιτροπή υπολογίζει ότι αν τα κράτη-μέλη είχαν στοχεύσει αποκλειστικά στο κατώτερο 40% των νοικοκυριών (δύο χαμηλότερα εισοδηματικά πεμπτημόρια), το κόστος θα ήταν μόλις 0,3% του ΑΕΠ -ένα μικρό κλάσμα του πραγματικού κόστους.
Τι προτείνει τώρα η Επιτροπή
Με βάση αυτά τα διδάγματα, η Κομισιόν εισηγείται μια σαφώς πιο συντηρητική προσέγγιση, οργανωμένη γύρω από τρεις αρχές: κάθε μέτρο πρέπει να συνάδει με την αποανθρακοποίηση, να μην αυξάνει τη συνολική ζήτηση ορυκτών καυσίμων, και να είναι δημοσιονομικά βιώσιμο.
Κατά σειρά προτεραιότητας, η Επιτροπή προτείνει: πρώτον, προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας (πληροφοριακές καμπάνιες, κίνητρα ενεργειακής αποδοτικότητας), τα οποία χαρακτηρίζει «επιλογή χωρίς ρίσκο» (no-regret option). Δεύτερον, στοχευμένη εισοδηματική στήριξη στα πιο ευάλωτα νοικοκυριά -«προτιμητέα επιλογή», καθώς δεν στρεβλώνει τα σήματα τιμών. Τρίτον, αναδιάρθρωση φόρων και τελών στον ηλεκτρισμό, σε ευθυγράμμιση με το Affordable Energy Action Plan (Φεβρουάριος 2025) και το Citizens' Energy Package (Μάρτιος 2026). Και τέλος, μόνο ως τελευταία λύση, στοχευμένες παρεμβάσεις τιμών (two-tier pricing) για ευάλωτες ομάδες, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με ρήτρα λήξης (sunset clause).
Για τη χρηματοδότηση, η Επιτροπή παραπέμπει στα έσοδα από το Σύστημα Εμπορίας Ρύπων (ETS) και σε πιθανή φορολόγηση υπερκερδών ενεργειακών εταιρειών.
Η «παγίδα» της μονιμοποίησης
Ένα από τα πιο τεχνικά αλλά κρίσιμα σημεία της έκθεσης αφορά τον χαρακτηρισμό των ενεργειακών μέτρων ως «έκτακτων» (one-offs) — δηλαδή ως εξαιρετικών δαπανών που δεν προσμετρούνται στην αξιολόγηση του δημοσιονομικού μονοπατιού.
Η Επιτροπή απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την κατηγοριοποίηση. Η επιχειρηματολογία της είναι τριπλή: πρώτον, η πρόσφατη εμπειρία έδειξε ότι μέτρα που εισήχθησαν ως προσωρινά παρέμειναν σε ισχύ πολύ πέραν του αρχικού ορίζοντα ή μονιμοποιήθηκαν. Δεύτερον, σε αντίθεση π.χ. με φυσικές καταστροφές, οι κυβερνήσεις έχουν σημαντικό βαθμό ελέγχου επί του μεγέθους και του σχεδιασμού αυτών των μέτρων — άρα δεν πρόκειται για εξωγενή συμβάντα. Τρίτον, η μεταχείρισή τους ως one-offs θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο, υπονομεύοντας την αξιοπιστία ολόκληρου του δημοσιονομικού πλαισίου.