Eπενδυτές προειδοποιούν ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα αφήσει «ουλές» στις παγκόσμιες αγορές, με τις τιμές των εμπορευμάτων και τις αποδόσεις των ομολόγων να είναι απίθανο να επιστρέψουν γρήγορα στα προπολεμικά επίπεδα, ακόμα κι αν επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία.
Οι τιμές της ενέργειας παραμένουν πολύ υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, ακόμα και μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας ΗΠΑ-Ιράν την Τρίτη, με τους επενδυτές να επισημαίνουν ότι οι ζημιές στις υποδομές του Κόλπου και η απώλεια εμπιστοσύνης, μετά το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη, θα επιβαρύνουν την ανάκαμψη.
«Το ζήτημα υπερβαίνει [το άνοιγμα των] Στενών του Ορμούζ. Πιστεύω ότι θα υπάρξουν πιο μακροχρόνιες “ουλές” που θα απαιτήσουν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου στις αγορές», δήλωσε στους Financial Times ο Τζέιμς Βόκινς, επικεφαλής βασικών επενδύσεων εισοδήματος και πιστοληπτικής διαβάθμισης επενδυτικού βαθμού στην Aviva Investors, ακόμη κι αν συμφωνηθεί μια μόνιμη κατάπαυση του πυρός.
Μετοχές και ομόλογα είχαν καταγράψει ταυτόχρονη πτώση καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαρτίου, καθώς οι επιθέσεις στο Ιράν οδήγησαν την Ισλαμική Δημοκρατία στο κλείσιμο της θαλάσσιας οδού μέσω της οποίας διέρχεται το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ωστόσο, οι αγορές αντέδρασαν θετικά στην εκεχειρία, με τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα και τα χρηματιστήρια να καταγράφουν την Τετάρτη την καλύτερη ημερήσια επίδοση των τελευταίων ετών.
Μολαταύτα, το πετρέλαιο Brent παραμένει σχεδόν 35% υψηλότερο από την τιμή του την παραμονή του πολέμου, παρά τη σημαντική υποχώρηση στις τελευταίες συνεδριάσεις. Οι αποδόσεις των ομολόγων, που εκτινάχθηκαν καθώς οι επενδυτές περιόρισαν τα στοιχήματά τους για μειώσεις επιτοκίων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες, εξακολουθούν να βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα.
Η απόδοση του 2ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου — ιδιαίτερα ευαίσθητου στα επιτόκια — η οποία είχε υποχωρήσει σε χαμηλό τετραετίας πριν από τον πόλεμο, είναι σήμερα κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από ό,τι πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.
Στην Ευρώπη, όπου οι οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στις παγκόσμιες τιμές πετρελαίου, οι αποδόσεις έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Οι διετείς αποδόσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και την Ιταλία παραμένουν πάνω από 0,5 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερες σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα.
Ο Μπιλ Παπαδάκης, μακροοικονομικός στρατηγικός αναλυτής στη Lombard Odier, δήλωσε: «Ακόμα και αν η εκεχειρία αποδειχθεί διαρκής, η σύγκρουση είχε αρκετή διάρκεια και άφησε πίσω της αρκετές ζημιές ώστε κάθε εύλογο μακροοικονομικό σενάριο σήμερα να φαίνεται αισθητά χειρότερο από τις προπολεμικές προοπτικές».
Το δολάριο ΗΠΑ και τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα θεωρούνταν παραδοσιακά ασφαλή καταφύγια και χρησιμοποιούνται παγκοσμίως ως αποθεματικά. Ωστόσο, η αποξένωση των συμμάχων από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και η διόγκωση του εθνικού χρέους — που επιδεινώθηκε από τον πόλεμο με το Ιράν — έχουν αυξήσει το επίπεδο κινδύνου αυτών των περιουσιακών στοιχείων.
«Αναμφίβολα υπάρχει πλέον υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου ενσωματωμένο στα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με πριν από τον πόλεμο», δήλωσε ο Τζορτζ Πιρκς, μακροοικονομικός στρατηγικός αναλυτής στην Bespoke Investment Group.
Ο Άντριου Τζάκσον, επικεφαλής επενδύσεων στη Vontobel, δήλωσε ότι οι πελάτες της εταιρείας του ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για το δολάριο ΗΠΑ. «Πολλοί μάς λένε ότι εκτιμούν τη σταθερότητα της Ελβετίας. Η αμερικανική οικονομία παραμένει η κυρίαρχη οικονομία παγκοσμίως, αλλά η εμπιστοσύνη και η προβλεψιμότητα είναι πλέον σαφώς χαμηλότερες», ανέφερε.
«Οι διεθνείς επενδυτές ανησυχούν για το δολάριο λόγω της βιωσιμότητας του χρέους και της σχέσης των ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο… Η καμπύλη του δολαρίου πιθανότατα δεν αποτελεί πλέον την “καμπύλη χωρίς κίνδυνο”», πρόσθεσε ο Τζάκσον
Ο Μπιλ Κάμπελ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου ομολόγων στη DoubleLine, πρόσθεσε ότι η σύγκρουση τον ώθησε να μειώσει την έκθεσή του σε αμερικανικά στοιχεία ενεργητικού. «Εξετάζουμε την αύξηση της έκθεσής μας σε τοπικές αγορές αναδυόμενων οικονομιών. Πρόκειται για μια τάση που θα συνεχιστεί… Η μεταβλητότητα που είδαμε τον Μάρτιο το καθιστά ιδιαίτερα ελκυστικό», έγραψε σε σημείωμα προς επενδυτές.