Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απομακρύνονται σταδιακά από εφαρμογές όπως το WhatsApp και το Signal, προχωρώντας στην ανάπτυξη δικών τους συστημάτων επικοινωνίας για τη διαχείριση ευαίσθητων πληροφοριών.
Σύμφωνα με το Politico, η Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο και Βέλγιο έχουν ήδη ξεκινήσει την υλοποίηση εσωτερικών εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων για δημόσιους αξιωματούχους, ενώ το ΝΑΤΟ διαθέτει δικό του σύστημα και η Κομισιόν σχεδιάζει να προχωρήσει σε αντίστοιχη μετάβαση έως το τέλος του έτους.
Η στροφή αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτησή της από αμερικανικές τεχνολογικές πλατφόρμες, καθώς ενισχύονται οι ανησυχίες για «ψηφιακή κυριαρχία» και έλεγχο των δεδομένων.
«Η επικοινωνία μας πραγματοποιείται συχνά μέσω πλατφορμών που δεν ελέγχουμε», δήλωσε η υπουργός Βιλεμίν Άρντς, Ψηφιακής Πολιτικής της Ολλανδίας, επισημαίνοντας ότι αυτό δημιουργεί κινδύνους σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία αποτελεί εργαλείο ισχύος.
Ζητήματα ασφάλειας και ελέγχου
Παρότι εφαρμογές όπως το WhatsApp και το Signal χρησιμοποιούν ισχυρή κρυπτογράφηση, οι κυβερνήσεις εκφράζουν ανησυχίες για τον περιορισμένο έλεγχο σε κρίσιμες λειτουργίες, όπως η διαχείριση πρόσβασης, τα μεταδεδομένα και η δυνατότητα ελέγχου των χρηστών.
Η ανάγκη αυτή ενισχύθηκε μετά από πρόσφατες κυβερνοεπιθέσεις στις εφαρμογές, με δυτικές υπηρεσίες να προειδοποιούν ότι ρωσικές ομάδες χάκερ στοχεύουν πολιτικούς και κρατικούς αξιωματούχους μέσω δημοφιλών εφαρμογών με επιθέσεις ηλεκτρονικού ψαρέματος (σσ. phishing).
Στις Βρυξέλλες, η Κομισιόν φέρεται να ζήτησε από υψηλόβαθμα στελέχη να διακόψουν χρήση συγκεκριμένων ομάδων σε εφαρμογές messaging, μετά από περιστατικά κυβερνοασφάλειας, σύμφωνα με όσα μεταδίδει το Polico.
Διαφάνεια και πολιτικές πιέσεις
Για οργανώσεις υπέρ της διαφάνειας, η μετάβαση αυτή θεωρείται καθυστερημένη. Όπως επισημαίνουν, η χρήση εφαρμογών με end-to-end encryption και λειτουργίες όπως τα «εξαφανιζόμενα μηνύματα» έχει οδηγήσει σημαντικές πολιτικές αποφάσεις εκτός δημόσιου ελέγχου.
Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με πρόταση δυσπιστίας, μεταξύ άλλων για μηνύματα που αντάλλαξε με τον CEO της Pfizer Άλμπερτ Μπούρλα και δεν δημοσιοποιήθηκαν
Νέα γενιά κρατικών εφαρμογών
Το Βέλγιο παρουσίασε τον περασμένο μήνα μια εσωτερική υπηρεσία ασφαλούς ανταλλαγής μηνυμάτων, την εφαρμογή BEAM, η οποία απευθύνεται σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και επιτρέπει ανταλλαγή ευαίσθητων, αλλά μη διαβαθμισμένων πληροφοριών, σε ελεγχόμενο περιβάλλον.
Τα μέλη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης -συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού Μπαρτ Ντε Βέβερ- ενθαρρύνονται τώρα να χρησιμοποιούν την εφαρμογή BEAM, η οποία διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά γνωστών εφαρμογών όπως το WhatsApp και το Signal, αλλά λειτουργεί υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης.
Όπως σημειώνουν ειδικοί, οι εμπορικές εφαρμογές «δεν έχουν σχεδιαστεί για χρήση από κυβερνήσεις», ενώ η δημιουργία κλειστών συστημάτων περιορίζει τον κίνδυνο κατασκοπείας ή διαρροής δεδομένων.
Επιτάχυνση λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων
Η τάση επιταχύνθηκε μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, με εταιρείες του κλάδου να καταγράφουν αυξημένη ζήτηση από κυβερνήσεις.
«Η μεγαλύτερη αλλαγή τους τελευταίους 12 μήνες είναι το αίσθημα επείγοντος», δήλωσε ο επικεφαλής της Element, εταιρείας που αναπτύσσει σχετικές τεχνολογίες.
Στην επιτάχυνση συνέβαλαν περιστατικά όπως το λεγόμενο «Signalgate», όταν αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ αντάλλαξαν απόρρητα στρατιωτικά σχέδια μέσω Signal, καθώς και οι αμερικανικές κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου που οδήγησαν ακόμη και σε απενεργοποίηση email αξιωματούχων.
Επιπλέον, τεχνικά προβλήματα σε μεγάλες πλατφόρμες όπως η Amazon ανέδειξαν την εξάρτηση της Ευρώπης από αμερικανικές υποδομές.