Η Ταϊβάν αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της ατζέντας κατά την επικείμενη σύνοδο κορυφής μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του προέδρου της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο τον επόμενο μήνα.
Σύμφωνα με όσα μεταδίδει το Reuters, για τα 23 εκατομμύρια κατοίκους της Ταϊβάν ίσως πρόκειται για τη σημαντικότερη διπλωματική συνάντηση του 2026, παρότι οι ίδιοι δεν θα βρίσκονται στο τραπέζι.
Ανησυχία στην Ταϊπέι
Η κυβέρνηση της Ταϊβάν παρακολουθεί στενά κάθε ένδειξη ότι ο Τραμπ, γνωστός για τη συναλλακτική προσέγγισή του στις διεθνείς σχέσεις, θα μπορούσε να χαλαρώσει ή να επαναδιατυπώσει τη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική απέναντι στο νησί.
Στην Ταϊπέι υπάρχει φόβος ότι η Ταϊβάν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό χαρτί με αντάλλαγμα μεγαλύτερες αγορές αμερικανικών αεροσκαφών, γεωργικών προϊόντων ή εμπορικές παραχωρήσεις από το Πεκίνο.
«Όσον αφορά την Ταϊβάν, η λογική είναι απλή: αν οι ΗΠΑ δεν θέλουν να διεξαγάγουν έναν μεγάλο πόλεμο με την Κίνα για την Ταϊβάν, δεν θα πρέπει να υποστηρίξουν την ανεξαρτησία της Ταϊβάν», δήλωσε ο Γου Σίνμπο, κοσμήτορας του Ινστιτούτου Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φουντάν, ο οποίος υπηρετεί στη συμβουλευτική επιτροπή πολιτικής του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας.
Η αμερικανική πολιτική
Οι ΗΠΑ ακολουθούν την «πολιτική της μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία δεν λαμβάνουν επίσημα θέση σχετικά με την κυριαρχία της Ταϊβάν και αναγνωρίζουν μόνο, χωρίς όμως να αποδέχονται τη θέση της Κίνας, η οποία διεκδικεί το νησί ως δικό της.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι «δεν υποστηρίζει» την ανεξαρτησία της Ταϊβάν, αλλά θα τη βοηθήσει να διατηρήσει την ικανότητα αυτοάμυνάς της.
Η Ταϊβάν, υπερδύναμη στους ημιαγωγούς, βρίσκεται στην καρδιά της στρατιωτικής ισορροπίας στον δυτικό Ειρηνικό. Για τον λόγο αυτό, ακόμη και μια μικρή αλλαγή στη διατύπωση των ΗΠΑ θα μπορούσε να επηρεάσει την εκτίμηση του Πεκίνου για το κατά πόσο η Αμερική παραμένει αποφασισμένη να στηρίξει το νησί.
Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε έντονη ανησυχία στην Ταϊπέι και θα άνοιγε νέο κύκλο ερωτημάτων για τις δεσμεύσεις ασφαλείας των ΗΠΑ στην Ασία.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν έχει υπάρξει καμία αλλαγή στην πολιτική για την Ταϊβάν, ενώ ταυτόχρονα καταδικάζουν συστηματικά την κινεζική πίεση προς το νησί.
Κατ’ ιδίαν, επισημαίνουν ότι ο Τραμπ έχει εγκρίνει περισσότερες πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο της δεύτερης θητείας του απ’ όσες ενέκρινε συνολικά ο προκάτοχός του Τζο Μπάιντεν.
Η πίεση της Κίνας
Το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν μέρος των «πυρήνων συμφερόντων» του και δεν έχει ποτέ αποκλείσει τη χρήση βίας για να θέσει το νησί υπό τον έλεγχό του.
Σε σύνοδο κορυφής με τον Μπάιντεν το 2024, ο Σι Τζινπίνγκ είχε ζητήσει να αλλάξει η διατύπωση των ΗΠΑ για την Ταϊβάν σε «είμαστε αντίθετοι στην ανεξαρτησία της Ταϊβάν», αντί της σημερινής έκφρασης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε αυτή την αλλαγή.
Πρόσωπα που συμμετέχουν στις προετοιμασίες για το ταξίδι του Τραμπ αναφέρουν ιδιωτικά ότι η Κίνα επαναλαμβάνει διαρκώς παρόμοια μηνύματα σε τεχνικό επίπεδο ενόψει της νέας συνόδου, χωρίς όμως να αποκαλύπτουν λεπτομέρειες λόγω της εμπιστευτικότητας των συνομιλιών.
Συναγερμός στην Ταϊπέι
Οι αξιωματούχοι στην Ταϊβάν, της οποίας η κυβέρνηση απορρίπτει τις κινεζικές αξιώσεις κυριαρχίας, βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής.
«Θα παρακολουθούμε εάν οι ΗΠΑ θα κάνουν οποιεσδήποτε αλλαγές στη θέση τους σχετικά με τα ζητήματα των Στενών της Ταϊβάν ως αποτέλεσμα αυτής της συνάντησης», δήλωσε ο Σεν Γιου-τσουνγκ, αναπληρωτής υπουργός στο Συμβούλιο Ηπειρωτικών Υποθέσεων της Ταϊβάν.
«Θα αξιοποιήσουμε τον χρόνο που απομένει για να εντείνουμε την πολιτική επικοινωνία με τις ΗΠΑ», πρόσθεσε.
Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ταϊβάν Χσιάο Κουάνγκ-γουέι δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι από την ανάληψη των καθηκόντων του Τραμπ, η αμερικανική κυβέρνηση «επιβεβαιώνει συνεχώς την υποστήριξή της προς την Ταϊβάν».
Τελευταία φορά που η Κίνα πραγματοποίησε μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από το νησί ήταν στα τέλη Δεκεμβρίου, μετά την ανακοίνωση αμερικανικού πακέτου πωλήσεων όπλων ύψους 11 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν του μεγαλύτερου που έχει εγκριθεί ποτέ.
Παράλληλα, το Πεκίνο χρησιμοποιεί τόσο κίνητρα όσο και πιέσεις ενόψει της συνάντησης.
Από τη μία πλευρά προσφέρει εμπορικά και τουριστικά «οφέλη» προς την Ταϊβάν. Από την άλλη, η Ταϊπέι κατηγόρησε την περασμένη εβδομάδα την Κίνα ότι πίεσε τρεις αφρικανικές χώρες να εμποδίσουν τα δικαιώματα πτήσεων για το ταξίδι του προέδρου Λάι Τσινγκ-τε στο Εσουατίνι, οδηγώντας τελικά στην ακύρωσή του.
Οι ΗΠΑ επέκριναν έντονα τις κινήσεις αυτές.
«Ακλόνητες» δεσμεύσεις και υψηλά διακυβεύματα
Ο Λάι υποστηρίζει ότι η Ταϊβάν είναι ήδη ανεξάρτητη χώρα με την επίσημη ονομασία Δημοκρατία της Κίνας. Το Πεκίνο τον χαρακτηρίζει «αυτονομιστή» και παράνομο ηγέτη που σπρώχνει τις δύο πλευρές του Στενού στα πρόθυρα σύγκρουσης.
Ο κορυφαίος Αμερικανός διπλωμάτης στην Ταϊβάν Ρέιμοντ Γκριν έχει δηλώσει δημόσια ότι οι δεσμεύσεις των ΗΠΑ- συμπεριλαμβανομένων όσων προβλέπει ο Νόμος για τις Σχέσεις με την Ταϊβάν, που επιτρέπει τις πωλήσεις όπλων- παραμένουν «ακλόνητες».
Ο πρώην σύμβουλος του Τραμπ Ρόμπερτ Ο'Μπράιεν σημείωσε ότι ο Τραμπ δεν θα ήθελε να μείνει στην ιστορία ως «ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που έχασε την Ταϊβάν».
Τα διακυβεύματα για τις ΗΠΑ είναι εξαιρετικά υψηλά και για έναν ακόμη λόγο: σύμφωνα με πηγές ασφαλείας, η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί διακριτικά προηγμένα ραντάρ και εγκαταστάσεις παρακολούθησης στα ορεινά της Ταϊβάν, στραμμένα προς την Κίνα.
«Θέλουν πραγματικά οι Ηνωμένες Πολιτείες να χάσουν μία από τις καλύτερες τοποθεσίες τους για συλλογή πληροφοριών σχετικά με την Κίνα;» ανέφερε δυτική πηγή ασφαλείας υπό καθεστώς ανωνυμίας.