Η οικονομία της Ιρλανδίας συρρικνώθηκε κατά 12,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026, επεκτείνοντας την αναθεωρημένη πτώση 4,2% που είχε καταγραφεί το προηγούμενο τρίμηνο.
Το αποτέλεσμα ήταν σημαντικά χειρότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις, οι οποίες έκαναν λόγο για υποχώρηση μόλις 2%.
Ο βασικός λόγος της πτώσης είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο μετράται το ΑΕΠ στην Ιρλανδία λόγω της παρουσίας πολλών μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών (κυρίως τεχνολογίας και φαρμακευτικών).
Παρά τη μεγάλη πτώση του ΑΕΠ, ορισμένοι βασικοί δείκτες της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας παρέμειναν θετικοί.
Η τροποποιημένη εγχώρια ζήτηση, ένας ευρύτερος δείκτης που περιλαμβάνει την ιδιωτική κατανάλωση, τις δημόσιες δαπάνες και τις επενδύσεις, αυξήθηκε κατά 0,6%, ενώ το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (GNP) ενισχύθηκε κατά 1,5%.
Κατέρρευσαν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις
Η μεγαλύτερη πίεση προήλθε από τους κλάδους που κυριαρχούνται από πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες κατέγραψαν συνολική πτώση 27,1%.
Η βιομηχανική παραγωγή, εξαιρουμένων των κατασκευών, υποχώρησε κατά 35%, ενώ ο τομέας πληροφορικής και επικοινωνιών κατέγραψε μείωση 2%.
Αντίθετα, οι τομείς της οικονομίας που δεν συνδέονται άμεσα με τις πολυεθνικές επιχειρήσεις εμφάνισαν ανάπτυξη 0,4%.
Ο κλάδος επαγγελματικών, διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών αυξήθηκε κατά 1,5%, ενώ οι κατασκευές ενισχύθηκαν κατά 1,2%.
Πτώση εξαγωγών, άνοδος επενδύσεων
Στο μέτωπο της ζήτησης, οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 7%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 4,2%.
Ως αποτέλεσμα, οι καθαρές εξαγωγές κατέγραψαν πτώση 39,8%, επιβαρύνοντας σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη.
Την ίδια στιγμή, οι συνολικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 13,8%, αν και οι επενδύσεις σε μηχανήματα και εξοπλισμό κινήθηκαν πτωτικά.
Η ιδιωτική κατανάλωση ενισχύθηκε κατά 0,6%, ενώ οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν κατά 0,5%.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν για ακόμη μία φορά τις ιδιαιτερότητες της οικονομίας της Ιρλανδίας, όπου οι επιδόσεις των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών μπορούν να προκαλέσουν έντονες διακυμάνσεις στο ΑΕΠ χωρίς να αντικατοπτρίζουν απαραίτητα την πραγματική κατάσταση της εγχώριας οικονομίας.