Μυστικές συνομιλίες ΗΠΑ-Γερμανίας για τις τιμές των φαρμάκων

H κυβέρνηση Τραμπ πιέζει ευρωπαϊκές χώρες να πληρώνουν περισσότερα για καινοτόμα φάρμακα γράφει το Politico. Η Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων. Στόχος η προσέλκυση νέων επενδύσεων.

Δημοσιεύθηκε: 10 Ιουνίου 2026 - 11:32

Load more

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκινήσει μια ευρεία εκστρατεία πίεσης στην Ευρώπη με στόχο να πείσει τις κυβερνήσεις να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Βρετανίας και να πληρώνουν περισσότερα για τα φάρμακα, σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα του Politico.

Οι αμερικανικές πρεσβείες σε όλη την Ευρώπη έχουν κινητοποιηθεί προκειμένου να μεταφέρουν το μήνυμα ότι οι Αμερικανοί ασθενείς πληρώνουν υπερβολικά υψηλές τιμές για τα φάρμακα -έως και τρεις φορές περισσότερο από ό,τι στη Γερμανία για νέα σκευάσματα- και ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους.

Σύμφωνα με πηγές της φαρμακοβιομηχανίας που επικαλείται το Politico, οι ευρωπαϊκές χώρες κινδυνεύουν διαφορετικά να χάσουν επενδύσεις του κλάδου και πρόσβαση σε νέα φάρμακα. 

Στο στόχαστρο η Γερμανία

Μετά τη συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου–ΗΠΑ για τα φάρμακα, η Ουάσιγκτον στρέφει πλέον το ενδιαφέρον της στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη αγορά φαρμάκων στην Ευρώπη.

Εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης πραγματοποιούν μυστικές συνομιλίες με το Βερολίνο για ζητήματα τιμολόγησης φαρμάκων. Οι συνομιλίες φέρεται να διεξάγονται εδώ και μήνες μεταξύ της Γερμανίδας υπουργού Υγείας Νίνα Βάρκεν, της υπουργού Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε και του αμερικανικού Υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών.

«Ζηλεύουμε λίγο τη συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου-ΗΠΑ», δήλωσε ο Christian Hilmer, διευθύνων σύμβουλος της αγοράς συνταγογραφούμενων φαρμάκων στην Pharma Deutschland. «Στη Γερμανία, η φαρμακευτική βιομηχανία αγωνίζεται να λανσάρει νέα φάρμακα στην αγορά». 

Η στρατηγική της Αμερικής βασίζεται στην περικοπή των διμερών συμφωνιών ανά χώρα, εκμεταλλευόμενη τα κατακερματισμένα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης της Ευρώπης που αφήνουν την τιμολόγηση των φαρμάκων σε μεγάλο βαθμό σε εθνικά χέρια.

Η απειλή απώλειας επενδύσεων

Το Politico επισημαίνει ότι η Ευρώπη χάνει σταδιακά έδαφος στον τομέα των βιοεπιστημών. Το 1990 σχεδόν το 49% της παγκόσμιας ιδιωτικής φαρμακευτικής έρευνας και ανάπτυξης πραγματοποιούνταν στην Ευρώπη, ενώ το 2025 το ποσοστό αυτό είχε υποχωρήσει στο 26%.

Παράλληλα, φαρμακευτικές εταιρείες όπως οι Eli Lilly και Boehringer Ingelheim ανακοίνωσαν πρόσφατα τη μείωση επενδυτικών σχεδίων δισεκατομμυρίων ευρώ στη Γερμανία, επικαλούμενες τις κυβερνητικές προσπάθειες περιορισμού του κόστους των φαρμάκων.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι η αύξηση των δαπανών για καινοτόμα φάρμακα θα μπορούσε να συμβάλει στην προσέλκυση νέων επενδύσεων.

Επιφυλάξεις στην Ευρώπη

Παρά τις πιέσεις, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στο ενδεχόμενο αύξησης των φαρμακευτικών δαπανών.

Όπως σημειώνει το Politico, αρκετές χώρες αντιμετωπίζουν ήδη δημοσιονομικές πιέσεις και ανησυχούν ότι τυχόν υποχωρήσεις απέναντι στις απαιτήσεις της φαρμακοβιομηχανίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακόμη περισσότερες απαιτήσεις στο μέλλον.

«Ήδη πληρώνουμε υπερβολικά πολλά για τα φάρμακα στην Ευρώπη», δήλωσε στο Politico ο Γιάννης Νάτσης, διευθυντής της European Social Insurance Platform (ESIP), τονίζοντας ότι οι δημόσιοι προϋπολογισμοί βρίσκονται υπό πρωτοφανή πίεση.

Αμερικανική στρατηγική  για δασμούς τα φάρμακα

Η κυβέρνηση Τραμπ είχε απειλήσει με τριψήφιους δασμούς στα φαρμακευτικά προϊόντα και διψήφιους δασμούς σε χώρες. Η συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο επιτεύχθηκε εν μέσω αυτής της αβεβαιότητας με έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.

Η συμφωνία εξασφάλισε αδασμολόγητο εμπόριο φαρμάκων για τρία χρόνια. Για τις χώρες της ΕΕ, ωστόσο, έχει ήδη θεσπιστεί δασμός 15% στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.

«Η εμπορική πολιτική αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αρμοδιότητα της ΕΕ, ενώ τα συστήματα υγείας και η τιμολόγηση των φαρμακευτικών προϊόντων παραμένουν κυρίως εθνικές αρμοδιότητες», δήλωσε ο Γκράχαμ Κούκσον, διευθύνων σύμβουλος του Office for Health Economics του Ηνωμένου Βασιλείου. «Αυτό σημαίνει ότι η Γερμανία δεν μπορεί απαραίτητα να επιτύχει τις πιο προφανείς εμπορικές παραχωρήσεις σε διμερές επίπεδο, ακόμη και αν το ήθελε».

Ένας άλλος βασικός τομέας πίεσης θα μπορούσε να είναι η πολιτική τιμολόγησης φαρμάκων του Ντόναλντ Τραμπ με βάση το «πλέον ευνοούμενο κράτος» (MFN), η οποία αναμένεται να τεθεί σε ισχύ από τον Ιανουάριο.

Η πολιτική αυτή προβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα υιοθετούν τη χαμηλότερη τιμή φαρμάκου που ισχύει σε ένα «καλάθι» πλούσιων χωρών, στο οποίο περιλαμβάνεται και η Γερμανία.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες έχουν προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να μην λανσάρουν νέα προϊόντα στις χώρες αυτού του «καλαθιού», υποστηρίζοντας ότι θα χάσουν λιγότερα έσοδα διαθέτοντας τα φάρμακα σε υψηλότερες τιμές στις ΗΠΑ παρά σε χαμηλότερες τιμές σε όλες τις αγορές.

Η Βρετανία υποστηρίζει ότι έχει εξασφαλίσει εξαίρεση από τον επικείμενο κανόνα τιμολόγησης του Τραμπ. Ωστόσο, η διατύπωση της συμφωνίας παραμένει ασαφής.

Χωρίς αυτή την εξαίρεση, εκπρόσωπος της φαρμακοβιομηχανίας προειδοποίησε ότι το μέτρο «θα καταστρέψει τις κυκλοφορίες φαρμάκων στο Ηνωμένο Βασίλειο», καθώς θα επηρεάσει τις τιμές στην αμερικανική αγορά. «Όλοι θα θέλουν να προστατεύσουν τις τιμές τους στις ΗΠΑ», σημείωσε.

Ωστόσο, ούτε η ίδια η βιομηχανία εμφανίζεται βέβαιη ότι η Βρετανία έχει εξασφαλίσει αυτή την προστασία. «Προσπαθούμε ακόμη να το καταλάβουμε», ανέφερε άλλη πηγή του κλάδου.

Προειδοποιητικό παράδειγμα

Οι ΗΠΑ και η φαρμακοβιομηχανία έχουν χαιρετίσει τη συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο, ωστόσο η υποδοχή της στο Λονδίνο ήταν πολύ πιο επιφυλακτική.

Ο πρώην υπουργός Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, Γουές Στρίτινγκ, προκάλεσε την αντίδραση του κλάδου όταν ανακοίνωσε δημόσια τη διεξαγωγή έρευνας για το κατά πόσο η συμφωνία προσφέρει πραγματική αξία σε σχέση με το κόστος της.

«Ο Γουές μιλούσε για το πόσο σημαντικός είναι ο κλάδος για την οικονομική ανάπτυξη και στη συνέχεια ενήργησε με τρόπο που υπονομεύει πλήρως την αξιοπιστία και το κύρος του», δήλωσε στέλεχος βρετανικής φαρμακευτικής εταιρείας.

Παράλληλα, αρκετοί παρατηρητές θεωρούν ότι η συμφωνία προχώρησε χάρη στην επιρροή του υπουργού Επιστημών Πάτρικ Βάλανς, πρώην στελέχους της GSK και πρώην επικεφαλής Έρευνας και Ανάπτυξης της εταιρείας.

Αντιδράσεις υπήρξαν και από οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο της πρόσβασης στα φάρμακα, οι οποίες εκφράζουν ανησυχίες για το μακροπρόθεσμο κόστος της συμφωνίας και επιχειρούν να την αμφισβητήσουν δικαστικά.

«Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου έκλεισε μια απαίσια συμφωνία», δήλωσε η Ντιαρμέιντ ΜακΝτόναλντ, εκτελεστική διευθύντρια της Just Treatment. «Αποδυνάμωσε μόνιμα τους ελέγχους στις τιμές των φαρμάκων, οι οποίοι αποτελούσαν παράδειγμα διεθνώς, χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα».

Η βρετανική κυβέρνηση εκτίμησε ότι η συμφωνία θα κοστίσει περίπου 2 δισ. λίρες βραχυπρόθεσμα, χωρίς όμως να υπάρχει επίσημη αξιολόγηση για το κόστος της επόμενης δεκαετίας.

Ο οικονομολόγος Ντίντερικ Στάντιγκ της ING Research εκτιμά ότι οι αλλαγές θα μπορούσαν να αυξήσουν το κόστος κατά 2 έως 3,5 δισ. λίρες ετησίως έως το 2036.

Οι επικριτές αμφισβητούν επίσης κατά πόσο η συμφωνία θα οδηγήσει σε περισσότερες επενδύσεις.

«Δεν πιστεύουμε ότι αυτό θα φέρει περισσότερες επενδύσεις», δήλωσε ο Στάντιγκ. «Η τιμή δεν είναι πανάκεια. Αν το Ηνωμένο Βασίλειο θέλει περισσότερη βιοφαρμακευτική καινοτομία, θα πρέπει να επενδύσει σε περισσότερες κλινικές δοκιμές».

Ακόμη και μετά τη συμφωνία, η φαρμακοβιομηχανία συνεχίζει να ζητά περισσότερα μέτρα. Η AstraZeneca επανέφερε ένα επενδυτικό σχέδιο που είχε παγώσει, με τον διευθύνοντα σύμβουλό της Πασκάλ Σοριό, να χαρακτηρίζει τη συμφωνία «ένα πολύ θετικό πρώτο βήμα».

Για πολλούς στην Ευρώπη, πάντως, η αύξηση των τιμών των φαρμάκων παραμένει κυρίως επιδίωξη της βιομηχανίας.

Load more

Δείτε επίσης

Load more

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας, για να μετρήσουμε την απόδοση των διαφημίσεων και του περιεχομένου και για να αποκτήσουμε εις βάθος γνώση του κοινού που είδε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς. Μπορείτε να αλλάξετε γνώμη και να αλλάξετε τις επιλογές της συγκατάθεσής σας ανά πάσα στιγμή επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο.



Πολιτική Cookies
& Προστασία Προσωπικών Δεδομένων