Παρά τη συνεχιζόμενη υποτονική ανάπτυξη στην ευρωζώνη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να προχωρήσει σε νέες αυξήσεις επιτοκίων, καθώς εξακολουθεί να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στους πληθωριστικούς κινδύνους, σύμφωνα με ανάλυση της Bank of America.
Η αμερικανική τράπεζα εκτιμά ότι η ΕΚΤ εξακολουθεί να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στους ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό, παρότι ο επίσημος στόχος της παραμένει στο 2%. Όπως σημειώνει, οι αξιωματούχοι της κεντρικής τράπεζας συνεχίζουν να δίνουν έμφαση στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, δείχνοντας μεγαλύτερη ανησυχία για το ενδεχόμενο ο πληθωρισμός να παραμείνει πάνω από τον στόχο παρά να κινηθεί χαμηλότερα.
Στο επίκεντρο των αγορών βρίσκονται οι τριμηνιαίες οικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ και ιδιαίτερα οι εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό στο τέλος του χρονικού ορίζοντα των προβλέψεων, καθώς αποτελούν βασικό δείκτη για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων.
Σύμφωνα με τη BofA, οι προβλέψεις του Ιουνίου ήταν σε γενικές γραμμές συμβατές με τις προσδοκίες της αγοράς για δύο έως τρεις επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων στον τρέχοντα κύκλο σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής. Η ΕΚΤ αύξησε νωρίτερα αυτόν τον μήνα το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο 2,25% και εξακολουθεί να τονίζει ότι οι αποφάσεις της θα λαμβάνονται ανά συνεδρίαση και με βάση τα εκάστοτε οικονομικά δεδομένα.
Οι αναλυτές της τράπεζας αναμένουν ακόμη μία αύξηση επιτοκίων τον Ιούλιο. Ωστόσο, η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου μετά τις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ενισχύει το ενδεχόμενο η κίνηση αυτή να μετατεθεί για τον Σεπτέμβριο ή να προηγηθεί μια προσωρινή παύση.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, οι οικονομολόγοι της τράπεζας εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα ξεκινήσει τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής το 2027, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις θα αποκλιμακώνονται. Τα επιτόκια θα μπορούσαν σταδιακά να επιστρέψουν προς το 2%, ενώ δεν αποκλείεται να κινηθούν και χαμηλότερα εφόσον ο πληθωρισμός υποχωρήσει κάτω από τον στόχο και η ανάπτυξη παραμείνει ασθενής.
Πέρα από τα επιτόκια, οι επενδυτές παρακολουθούν και τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση του ισολογισμού της ΕΚΤ. Η ποσοτική σύσφιγξη έχει περιορίσει το μέγεθος του ισολογισμού από το ιστορικό υψηλό των 8,3 τρισ. ευρώ το 2022 σε περίπου 6,3 τρισ. ευρώ στα τέλη του 2025, με περαιτέρω μείωση να αναμένεται καθώς τα ομόλογα που λήγουν δεν επανεπενδύονται πλήρως.
Η μείωση της πλεονάζουσας ρευστότητας ενδέχεται να επηρεάσει σταδιακά τις συνθήκες στις αγορές χρήματος και να αυξήσει τη ζήτηση για πράξεις χρηματοδότησης από την ΕΚΤ. Ως εκ τούτου, οι εξελίξεις στον ισολογισμό της κεντρικής τράπεζας αναμένεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία για τις αγορές, παράλληλα με τις αποφάσεις για τα επιτόκια.