Ο Άντι Μπέρναμ (φωτ.) οδεύει προς το να γίνει ο έβδομος πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου μέσα σε μία δεκαετία, αφού ο Κιρ Στάρμερ καθόρισε το χρονοδιάγραμμα της δικής του αποχώρησης και πιθανοί αντίπαλοι υποστήριξαν μια ταχεία πολιτική μετάβαση προς τον δημοφιλή πολιτικό του Μάντσεστερ.
Η πορεία του Μπέρναμ προς το 10 της Ντάουνινγκ Στριτ, η οποία μόλις πριν από λίγους μήνες φαινόταν μακρινή, άνοιξε ξαφνικά σήμερα όταν ο Στάρμερ ανακοίνωσε ότι θα υποκύψει στις πιέσεις και θα παραιτηθεί από την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος με «καλή διάθεση».
Το χρονοδιάγραμμα που παρουσίασε θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον 56χρονο Μπέρναμ ήδη από τις 17 Ιουλίου, εφόσον δεν εμφανιστεί άλλος διεκδικητής.
«Θα θέσω υποψηφιότητα στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας», έγραψε ο Μπέρναμ στο X λίγο μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Στάρμερ από τη Ντάουνινγκ Στριτ. «Καθώς προχωρούμε μπροστά, προτεραιότητά μας πρέπει να είναι να εργαστούμε από κοινού ώστε να επαναφέρουμε τη χώρα εκεί όπου όλοι θέλουμε να βρίσκεται. Οι πολίτες θέλουν να δουν πρόοδο στην οικονομική ανάπτυξη, στο κόστος διαβίωσης, στις δημόσιες υπηρεσίες, στη στέγαση και στις ευκαιρίες για την επόμενη γενιά».
Λίγα λεπτά αργότερα, ένας από τους βασικούς αντιπάλους του για τη θέση, ο πρώην υπουργός Υγείας Γουές Στρίτινγκ, εξέδωσε δική του ανακοίνωση υποστηρίζοντας τον Μπέρναμ. «Μπορούμε είτε να περάσουμε το καλοκαίρι υπερβάλλοντας για μικρές διαφορές είτε να σηκώσουμε τα μανίκια και να τον βοηθήσουμε να υλοποιήσει την αλλαγή που χρειάζονται το κόμμα μας και η χώρα μας», δήλωσε ο Στρίτινγκ. «Αυτή είναι η επιλογή που κάνω».
Το επεισόδιο αυτό ολοκλήρωσε μια θεαματική πτώση για τον Στάρμερ, ο οποίος είχε οδηγήσει τους κεντροαριστερούς Εργατικούς σε σαρωτική νίκη στις γενικές εκλογές του 2024, μόλις πέντε χρόνια μετά τη χειρότερη εκλογική τους ήττα από το 1935. Ο δοκιμαζόμενος πρωθυπουργός βρέθηκε αντιμέτωπος με ιστορικά χαμηλά ποσοστά δημοτικότητας, καθώς και με μια σειρά σφαλμάτων, αντιδημοφιλών πολιτικών αποφάσεων και δαπανηρών αναδιπλώσεων.
Την ίδια στιγμή, το λαϊκιστικό Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ εκτινάχθηκε στην κορυφή των εθνικών δημοσκοπήσεων και κατέγραψε σημαντικά κέρδη στις τοπικές εκλογές του περασμένου μήνα, μαζί με τους αριστερούς Πράσινους, ενώ οι Εργατικοί έχασαν σχεδόν το 60% των εδρών που υπερασπίζονταν. Η ηχηρή αυτή ήττα αποκρυστάλλωσε την ανταρσία στις τάξεις των Εργατικών και οδήγησε περίπου το ένα τέταρτο των 403 βουλευτών του κόμματος να ζητήσουν την αποχώρηση του πρωθυπουργού.
Έπειτα από αυτό, όλα άρχισαν να εξελίσσονται υπέρ του Μπέρναμ, του δημάρχου του Ευρύτερου Μάντσεστερ, ο οποίος είχε διεκδικήσει δύο φορές στο παρελθόν την ηγεσία των Εργατικών χωρίς επιτυχία. Ένας βουλευτής από τα περίχωρα του Μάντσεστερ παραιτήθηκε, δημιουργώντας την κενή έδρα που χρειαζόταν για να επιστρέψει στη Βουλή των Κοινοτήτων. Ο Στάρμερ, αποδυναμωμένος και απομονωμένος, αποφάσισε να μην τον εμποδίσει να διεκδικήσει την έδρα στο Μέικερφιλντ.
Η σαρωτική νίκη του Μπέρναμ επί του υποψηφίου του Reform στον εκλογικό αγώνα της Πέμπτης κατέστησε τις προσπάθειες του Στάρμερ να παραμείνει στην εξουσία ολοένα και πιο απατυλές, ιδίως καθώς το κόμμα του Φάρατζ είχε κατακτήσει όλες τις διαθέσιμες έδρες στην ίδια περιοχή στις τοπικές εκλογές μόλις έξι εβδομάδες νωρίτερα. Με αυτόν τον τρόπο, ο αυτοαποκαλούμενος «βασιλιάς του βορρά» απέδειξε ότι μπορούσε να γεφυρώσει τις προσδοκίες των ψηφοφόρων σε ένα ολοένα πιο κατακερματισμένο και πολωμένο εκλογικό σώμα.
Ο Στάρμερ πέρασε ένα Σαββατοκύριακο ενδοσκόπησης με την οικογένειά του και βασικούς συμβούλους στην εξοχική πρωθυπουργική κατοικία του Τσέκερς.
«Το ερώτημα που θέτει τώρα το κόμμα μου είναι εάν είμαι το καταλληλότερο πρόσωπο για να το οδηγήσω στις επόμενες γενικές εκλογές. Άκουσα την απάντηση της κοινοβουλευτικής μας ομάδας», δήλωσε ο Στάρμερ από τη Ντάουνινγκ Στριτ, προσθέτοντας ότι αποδέχεται την ετυμηγορία τους γι’ αυτόν με «καλή διάθεση».
Ο Στάρμερ δήλωσε ότι οι υποψηφιότητες για τη διαδοχή του στην ηγεσία του Εργατικού Κόμματος θα κλείσουν στις 16 Ιουλίου, ενώ οποιαδήποτε εκλογική αναμέτρηση θα έχει ολοκληρωθεί έως την 1η Σεπτεμβρίου. Φαίνεται πιθανό ότι ο Μπέρναμ διαθέτει ήδη τις απαιτούμενες 81 υπογραφές υποστήριξης και, εάν δεν εμφανιστεί άλλος διεκδικητής, θα μπορούσε να γίνει πρωθυπουργός ήδη από την επόμενη ημέρα, στις 17 Ιουλίου.
Όποιος διαδεχθεί τον Στάρμερ θα γίνει ο πέμπτος πρωθυπουργός της Βρετανίας από το 2022 και ο έβδομος από το δημοψήφισμα για το Brexit το 2016: ένα ανησυχητικό ορόσημο για ένα πολιτικό σύστημα που κάποτε υπερηφανευόταν για τη σταθερότητά του.
Ο Μπέρναμ είχε καταστήσει σαφές ότι σκόπευε να διεκδικήσει τη θέση εφόσον εξασφάλιζε την επιστροφή του στο Γουέστμινστερ, εννέα χρόνια μετά την αποχώρησή του για να αναλάβει τη δημαρχία. Μόλις ορκιστεί βουλευτής, θα χάσει αυτομάτως τη δημαρχία, γεγονός που θα προκαλέσει επίσης τη διεξαγωγή εκλογών στο Μάντσεστερ.
Ο Φάρατζ ζήτησε τη Δευτέρα τη διεξαγωγή γενικών εκλογών, δηλώνοντας στο X ότι το κόμμα του είναι «έτοιμο να προσφέρει ριζική αλλαγή». Η επικεφαλής του κύριου αντιπολιτευόμενου Συντηρητικού Κόμματος, Κέμι Μπέινοκ, δήλωσε ότι ο Στάρμερ υπήρξε «ένας τρομερά κακός πρωθυπουργός», ενώ ο Εντ Ντέιβι, ηγέτης του τρίτου κόμματος του Κοινοβουλίου, των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, ανέφερε ότι «ο βρετανικός λαός έχει κουραστεί να απογοητεύεται από ένα ατελείωτο γαϊτανάκι πρωθυπουργών, ενώ στην πραγματικότητα τίποτα δεν αλλάζει».