Η οικονομία της ευρωζώνης φαίνεται να έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στους οικονομικούς κλυδωνισμούς, γεγονός που επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να αυξάνει τα επιτόκια με μεγαλύτερη ευχέρεια, χωρίς να φοβάται ότι θα προκαλέσει χρηματοπιστωτικές αναταράξεις, δήλωσε η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ.
Όπως ανέφερε η Λαγκάρντ σε ομιλία της τη Δευτέρα, οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής ενδέχεται να βρεθούν ενώπιον του διλήμματος είτε να παραβλέψουν την προσωρινή μεταβλητότητα των τιμών είτε να αντιδράσουν αποφασιστικά.
Η ΕΚΤ έγινε αυτόν τον μήνα η πρώτη μεγάλη κεντρική τράπεζα παγκοσμίως που αύξησε τα επιτόκια ως απάντηση στην ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συζητούν πλέον κατά πόσον απαιτείται και νέα αύξηση των επιτοκίων προκειμένου να συγκρατηθούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
Σύμφωνα με τη Λαγκάρντ, η οικονομική αυτή ανθεκτικότητα οφείλεται στην ενίσχυση των εργαλείων που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ, στη βελτίωση της χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής της ευρύτερης ζώνης του ευρώ, καθώς και σε μια σειρά άλλων θεσμικών μηχανισμών, όπως η κοινή τραπεζική εποπτεία.
«Παρότι είναι πιθανότερο να βρεθούμε αντιμέτωποι με διαταραχές που απομακρύνουν τον πληθωρισμό από τον στόχο μας, η ανθεκτικότητα που έχει οικοδομήσει η Ευρώπη σημαίνει ότι οι επιπτώσεις τους στην οικονομία μας παραμένουν περισσότερο περιορισμένες», δήλωσε η Λαγκάρντ.
«Επομένως, είναι πιθανότερο να βρισκόμαστε συχνότερα σε μια ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα σε διαταραχές που μπορούμε να αγνοήσουμε και σε εκείνες στις οποίες οφείλουμε να αντιδράσουμε αποφασιστικά» πρόσθεσε.
Όπως μεταδίδει το Reuters, η Λαγκάρντ επισήμανε ότι η επιλογή της κατάλληλης αντίδρασης σε αυτή τη «γκρίζα ζώνη» απαιτεί καινοτόμες προσεγγίσεις από την ΕΚΤ και ότι η τράπεζα θα αξιοποιήσει τις καινοτομίες που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια κατά τη λήψη των επόμενων αποφάσεών της.
Η Λαγκάρντ πρόσθεσε ότι οι αγορές είχαν ήδη προεξοφλήσει μια αύξηση των επιτοκίων πολύ πριν η ΕΚΤ προχωρήσει στην απόφασή της τον Ιούνιο, γεγονός που έδωσε στους υπεύθυνους χάραξης της νομισματικής πολιτικής τον απαραίτητο χρόνο για να αξιολογήσουν προσεκτικά τα διαθέσιμα στοιχεία και να καταλήξουν σε μια περισσότερο τεκμηριωμένη απόφαση.