Η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας, η Deutsche Bundesbank, διεκδικεί τη διαχείριση του υπό σχεδιασμό κρατικού συνταξιοδοτικού ταμείου, το οποίο εκτιμάται ότι θα εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες δεξαμενές μακροπρόθεσμων κεφαλαίων στην Ευρώπη, με περιουσιακά στοιχεία εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η πρωτοβουλία εντάσσεται στη συνολική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος που προωθεί η κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς. Το σχέδιο προβλέπει τη διοχέτευση άνω των 30 δισ. ευρώ ετησίως σε ένα δημόσια εποπτευόμενο επενδυτικό ταμείο.
Παρότι η τελική μορφή του φορέα θα καθοριστεί μέσω νομοθετικής διαδικασίας που δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, οι διεργασίες για το ποιος θα αναλάβει τη διαχείρισή του βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Πηγές με γνώση των συζητήσεων αναφέρουν ότι η Bundesbank έχει ήδη προσεγγίσει τις ομοσπονδιακές αρχές εκφράζοντας ενδιαφέρον για τον ρόλο, επικαλούμενη τη σημαντική εμπειρία της στη διαχείριση δημόσιων κεφαλαίων.
Στα χνάρια της Σουηδίας και Νορβηγίας
Το νέο μοντέλο βασίζεται στο σουηδικό σύστημα κεφαλαιοποιητικής σύνταξης που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990. Παράλληλα, εξετάζεται και το παράδειγμα της Νορβηγίας, όπου η κεντρική τράπεζα Norges Bank διαχειρίζεται το κρατικό επενδυτικό ταμείο της χώρας.
Η μεταρρύθμιση αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πακέτου αλλαγών που προωθούν οι Χριστιανοδημοκράτες του Μερτς και οι Σοσιαλδημοκράτες, με στόχο τη στήριξη των δημόσιων οικονομικών και την ενίσχυση της ανάπτυξης. Οι ηγεσίες των δύο κομμάτων αναμένεται να οριστικοποιήσουν τις προτάσεις για το συνταξιοδοτικό, τη φορολογία εισοδήματος και το σύστημα υγείας.
Το γερμανικό υπουργείο Εργασίας, που έχει την ευθύνη της συνταξιοδοτικής πολιτικής, απέφυγε να σχολιάσει τις διαβουλεύσεις, κάνοντας λόγο για «σύνθετες αξιολογήσεις» των προτάσεων της επιτροπής.
Εκτός από τη Bundesbank, ενδιαφέρον για τη διαχείριση του ταμείου έχει εκδηλώσει και το Kenfo, κρατικό ίδρυμα που δημιουργήθηκε το 2017 για τη χρηματοδότηση της αποθήκευσης και διαχείρισης των πυρηνικών αποβλήτων της Γερμανίας.
Το Kenfo διαχειρίζεται σήμερα περίπου 27 δισ. ευρώ και θεωρεί ότι διαθέτει τα κατάλληλα εχέγγυα για να αναλάβει το νέο εγχείρημα.
«Θα θέλαμε να συμβάλουμε στην επιτυχία της κεφαλαιοποιητικής σύνταξης», δήλωσε η διευθύνουσα σύμβουλος του οργανισμού, Άνια Μίκους, σημειώνοντας ότι το ταμείο έχει επιτύχει μέση απόδοση 12% από το 2019, επενδύοντας σε διαφορετικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και αγορές.
Παράλληλα, εξετάζεται και το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός εντελώς νέου επενδυτικού φορέα, καθώς ορισμένοι αξιωματούχοι εκφράζουν επιφυλάξεις για τη σύνδεση διαφορετικών πολιτικών τομέων, όπως η διαχείριση πυρηνικών αποβλήτων και οι συντάξεις.
Επενδύσεις σε νεοφυείς επιχειρήσεις και τεχνητή νοημοσύνη
Σύμφωνα με τις συζητήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, το νέο ταμείο θα μπορούσε να κατευθύνει κεφάλαια σε γερμανικές νεοφυείς και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις μέσω επενδύσεων επιχειρηματικού κεφαλαίου (venture capital), συμπεριλαμβανομένων εταιρειών της αμυντικής βιομηχανίας, της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Παράλληλα, θα μπορούσε να συμβάλει στην ενίσχυση των κεφαλαιαγορών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η κρατική αναπτυξιακή τράπεζα της Γερμανίας, KfW, δεν συγκαταλέγεται προς το παρόν στους βασικούς διεκδικητές, παρά το γεγονός ότι είχε αναφερθεί πέρυσι από το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων ως πιθανός διαχειριστής του ταμείου.
Το 2028 η έναρξη λειτουργίας του ταμείου
Το ταμείο αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία του το 2028 και αποτελεί βασικό πυλώνα της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, η οποία περιλαμβάνει επίσης σταδιακή αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και αυστηρότερους κανόνες για την πρόωρη έξοδο από την αγορά εργασίας.
Η χρηματοδότησή του θα προέρχεται από πρόσθετη εισφορά ύψους 2% επί των μεικτών αποδοχών, η οποία θα μοιράζεται μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών.
Η επιτροπή προτείνει το ετήσιο λειτουργικό κόστος να μην υπερβαίνει το 0,1% των υπό διαχείριση κεφαλαίων, ενώ προβλέπεται και δυνατότητα εξαίρεσης από τη συμμετοχή. Όσοι επιλέξουν να μην ενταχθούν στο σύστημα θα μπορούν να επενδύουν μέσω πιστοποιημένων ιδιωτικών επενδυτικών ταμείων που θα πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.
Όποιος τελικά αναλάβει τη διαχείριση του νέου ταμείου αναμένεται να λειτουργεί βάσει κυβερνητικών κατευθυντήριων γραμμών, αν και η επιτροπή εισηγείται οι επενδύσεις να είναι ευρέως διαφοροποιημένες, προστατευμένες από πολιτικές παρεμβάσεις και προσανατολισμένες στη μεγιστοποίηση των αποδόσεων.
«Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να θέσουν το πλαίσιο λειτουργίας του νέου ταμείου, αλλά δεν θα πρέπει να παρεμβαίνουν στην καθημερινή του διαχείριση», δήλωσε ο οικονομολόγος Γενς Ζίντεκουμ, σύμβουλος του υπουργού Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ. «Το ταμείο πρέπει να είναι ανεξάρτητο και να λειτουργεί με βάση τις αρχές των κεφαλαιαγορών».