Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) θα χρειαστεί να αυξήσει τα επιτόκια τουλάχιστον μία ακόμη φορά, ώστε να διασφαλίσει ότι οι πληθωριστικοί κίνδυνοι δεν θα ξεφύγουν από τον έλεγχο, σύμφωνα με το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Πίτερ Καζιμίρ.
Οπως μεταδίδει το Bloomberg, σε ανάρτησή του σε ιστολόγιο, ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Σλοβακίας υποστήριξε ότι ακόμη και μια περιορισμένη αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δεν αλλάζει την ανάγκη για αυστηρότερη νομισματική πολιτική. Πρόσθεσε μάλιστα ότι τυχόν κλιμάκωση του πολέμου θα απαιτούσε ακόμη περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων.
«Παραμένω της άποψης ότι απαιτείται τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση επιτοκίων στο πλαίσιο της σταδιακής προσαρμογής μας στους πληθωριστικούς κινδύνους. Αυτό δικαιολογείται ακόμη και αν η κατάσταση βελτιωθεί κάπως», ανέφερε ο Καζιμίρ.
Πρόσθεσε ότι, εάν η κατάσταση επιδεινωθεί και οι πληθωριστικές πιέσεις γίνουν ισχυρότερες και πιο επίμονες, η ΕΚΤ θα χρειαστεί να αυστηροποιήσει τη νομισματική πολιτική περισσότερο τους επόμενους μήνες από ό,τι αναμένουν σήμερα οι αγορές.
Οι δηλώσεις του αποτελούν μέχρι στιγμής το ισχυρότερο σήμα ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είναι έτοιμοι να αυξήσουν τα επιτόκια τον Σεπτέμβριο, μετά την απόφαση της περασμένης εβδομάδας να διατηρήσουν αμετάβλητο το κόστος δανεισμού.
Ο Καζιμίρ υποστήριξε ότι η βασική ανησυχία της ΕΚΤ παραμένει ο αντίκτυπος του υψηλότερου ενεργειακού κόστους στον πληθωρισμό της ευρωζώνης, επαναλαμβάνοντας την εκτίμηση της προέδρου Κριστίν Λαγκάρντ ότι «ο πλήρης πληθωριστικός αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί».
Όπως σημείωσε, οι λεγόμενες δευτερογενείς επιδράσεις στον πληθωρισμό «σπάνια γίνονται αμέσως αντιληπτές» και συχνά διαμορφώνονται σταδιακά. «Όταν γίνουν πλήρως ορατές, το κόστος αντιμετώπισής τους είναι υψηλό. Η αποστολή μας είναι να δράσουμε πριν φτάσουμε σε αυτό το σημείο και όχι μετά», τόνισε.
Μετά την άνοδο της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι την περασμένη εβδομάδα, οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει πλήρως μία αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, εκτίμηση που συμμερίζεται και η πλειονότητα των οικονομολόγων.