Το 2013 ο Βλαντιμίρ Πούτιν επισκέφθηκε το διυλιστήριο του Τουάψε και εγκαινίασε μια από τις πιο σύγχρονες μονάδες επεξεργασίας πετρελαίου της χώρας, χαρακτηρίζοντας την τεχνολογία της «εξαιρετική». Δεκατρία χρόνια αργότερα, η ίδια εγκατάσταση αποτελεί σύμβολο μιας διαφορετικής τεχνολογικής εξέλιξης: της ικανότητας της Ουκρανίας να πλήττει με ακρίβεια βαθιά στο ρωσικό έδαφος.
Οι αναλύσεις των Financial Times σε δορυφορικές εικόνες, φωτογραφίες και δεδομένα θερμικής ακτινοβολίας δείχνουν ότι οι ζημιές σε αρκετά από τα μεγαλύτερα ρωσικά διυλιστήρια παραμένουν ορατές ακόμη και εβδομάδες ή μήνες μετά τα χτυπήματα.
Η ουκρανική εκστρατεία έχει θέσει εκτός λειτουργίας πάνω από το 30% της πραγματικής και περίπου το 45% της ονομαστικής δυναμικότητας διύλισης της Ρωσίας, προκαλώντας τη σοβαρότερη ενεργειακή κρίση στη χώρα μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Στο Τουάψε, οι επιθέσεις του Απριλίου κατέστρεψαν περισσότερες από δώδεκα μεγάλες και μεσαίες δεξαμενές αποθήκευσης, συνολικής χωρητικότητας περίπου 80.000 κυβικών μέτρων, ενώ φαίνεται ότι έπληξαν και μια κρίσιμη μονάδα δευτερογενούς επεξεργασίας, η οποία είχε κατασκευαστεί στο πλαίσιο του προγράμματος εκσυγχρονισμού που είχε προωθήσει ο Πούτιν.
Οι συγκεκριμένες μονάδες είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς μετατρέπουν το βαρύ αργό πετρέλαιο σε προϊόντα υψηλότερης αξίας, όπως ντίζελ, καύσιμα αεροσκαφών και βενζίνη. Η καταστροφή τους δεν σημαίνει απαραίτητα πλήρη διακοπή λειτουργίας ενός διυλιστηρίου, αλλά υποβαθμίζει σημαντικά την παραγωγή του.
Ανάλογα κρίσιμες μονάδες έχουν πληγεί και σε άλλα μεγάλα διυλιστήρια, όπως στο Ομσκ, ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, περίπου 2.500 χιλιόμετρα από τα ουκρανικά σύνορα. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι ζημιές σε εξοπλισμό που βρίσκεται στην αρχή της διαδικασίας διύλισης μπορούν να περιορίσουν δραστικά την ικανότητα επεξεργασίας αργού, ενώ οι επισκευές απαιτούν συχνά αρκετούς μήνες.
Η δορυφορική παρακολούθηση δείχνει ότι εγκαταστάσεις σε Ομσκ, Μόσχα και Τουάψε εξακολουθούν να εμφανίζουν σημάδια καταστροφών, ενώ στο διυλιστήριο του Κστόβο, στην περιοχή Νίζνι Νόβγκοροντ, η θερμική υπογραφή παρέμενε ανενεργή ακόμη και στις 18 Ιουλίου, περισσότερο από δύο μήνες μετά τις επιθέσεις.
Οι επιθέσεις έχουν ήδη προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στην αγορά καυσίμων της Ρωσίας, με περιορισμούς πωλήσεων σε πολλές περιοχές και μεγάλες ουρές στα πρατήρια. Παρότι η Μόσχα έχει καταφέρει να επαναφέρει μέρος της παραγωγικής δυναμικότητας, η προσφορά παραμένει υπό πίεση.
Σύμφωνα με αναλυτές, η Ουκρανία έχει προσαρμόσει τη στρατηγική της, στοχεύοντας όχι μόνο δεξαμενές καυσίμων, αλλά τα πιο δύσκολα να αντικατασταθούν τμήματα των διυλιστηρίων. Οι ρωσικές άμυνες έχουν ενισχυθεί από το 2022, όμως οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις με κύματα drones φαίνεται ότι μπορούν να τις υπερκεράσουν.
Όπως ανέφερε Ρώσος επιχειρηματίας στους Financial Times, η τακτική αυτή μοιάζει με «ιππικό που προχωρά σε σχηματισμό σφήνας»: ένα σύστημα προστασίας μπορεί να αντιμετωπίσει ένα drone, αλλά όταν τρία χτυπούν το ίδιο σημείο, «είναι φυσικά αδύνατο να σταματήσουν όλα».