Οι αεροπορικές εταιρείες βρίσκονται σε ένα «μπρα-ντε-φερ» για το αν θα μειώσουν τις τιμές των εισιτηρίων, καθώς το κόστος των καυσίμων αεροσκαφών, το οποίο εκτινάχθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, αρχίζει να υποχωρεί.
Καθώς ο κλάδος επιδιώκει να μεγιστοποιήσει την κερδοφορία του σε μια χαοτική χρονιά, «όλοι ελπίζουν ότι κανείς δεν θα κάνει πρώτος πίσω και δεν θα μειώσει τις τιμές, προκαλώντας έναν επιθετικό πόλεμο ναύλων στις κρατήσεις του τέλους του καλοκαιριού», δήλωσε ο Ρικ Λιούις της BCG. «Είναι ένα μπρα-ντε-φερ».
Οι αεροπορικοί ναύλοι παραμένουν υψηλοί, ενισχυμένοι από τις προσαυξήσεις καυσίμων που επιβλήθηκαν μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Εάν μία αεροπορική εταιρεία μειώσει τις τιμές, οι άλλες θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν για να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
«Είμαστε μια επιχείρηση χαμηλού περιθωρίου», δήλωσε ο Μπεν Σμιθ, επικεφαλής της Air France-KLM, αναφερόμενος στο μονοψήφιο λειτουργικό περιθώριο της εταιρείας. «Οποτε έχουμε την ευκαιρία να διατηρήσουμε [τις τιμές], θα θέλαμε να τις διατηρήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε», δήλωσε στους FT.
Ο δείκτης αναφοράς για τα καύσιμα αεριωθούμενων αεροσκαφών στη βορειοδυτική Ευρώπη έφτασε τα 1.900 δολάρια ανά τόνο μετά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν τον Φεβρουάριο, αλλά παραμένει ευμετάβλητος και τώρα διαπραγματεύεται περίπου στα 1.300 δολάρια, σύμφωνα με τον οργανισμό τιμολόγησης Argus Media. Το αργό Brent διαπραγματεύεται γύρω στα 90 δολάρια το βαρέλι, αφού είχε ξεπεράσει τα 114 δολάρια τον Μάρτιο.
Οι ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες έχουν προστατευθεί εν μέρει μέσω αντιστάθμισης κινδύνου, σε αντίθεση με τους αμερικανικούς ανταγωνιστές τους, οι οποίοι δεν αντισταθμίζουν τις αγορές καυσίμων τους. Ωστόσο, όλες οι αεροπορικές εταιρείες έχουν πληγεί από την απότομη αύξηση του κόστους καυσίμων, του μεγαλύτερου συντελεστή κόστους, με τους υψηλότερους ναύλους και άλλες περικοπές να αντισταθμίζουν μόνο μέρος της αύξησης.
Ιστορικά, οι επιβάτες, ιδίως εκείνοι της οικονομικής θέσης, ήταν εξαιρετικά ευαίσθητοι στις τιμές, γεγονός που καθιστούσε δύσκολη για τις αεροπορικές εταιρείες την αύξηση των τιμών των εισιτηρίων. Ωστόσο, η ταξιδιωτική ζήτηση παρέμεινε υψηλή μετά την πανδημία Covid και φέτος δεν έχει καταγραφεί αισθητή πτώση της ζήτησης, παρά τη σταδιακή αύξηση των ναύλων, δήλωσαν στελέχη του κλάδου.
Ο Μπεν Μινικoύτσι της Alaska Airlines, η οποία άνοιξε φέτος για πρώτη φορά δρομολόγιο προς το Heathrow του Λονδίνου, εκτίμησε ότι οι επιβάτες «ίσως πληρώνουν 10% έως 20% περισσότερο» σε σχέση με πέρυσι. «Είμαστε πολύ ευαίσθητοι και προσεκτικοί ως προς το αν φτάνουμε σε ένα σημείο καμπής με τον πελάτη», δήλωσε.
Ακόμη και οι αερομεταφορείς χαμηλού κόστους είδαν την ίδια τάση. Η AirAsia της Μαλαισίας —η οποία δεν αντισταθμίζει το κόστος των καυσίμων αεριωθούμενων αεροσκαφών— αύξησε τις τιμές περίπου κατά ένα τρίτο, αλλά «η ζήτηση μειώθηκε μόνο κατά περίπου 10%, κάτι που ήταν πολύ ενθαρρυντικό», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Τόνι Φερνάντες.
Παρά τη σχετικά ανθεκτική ζήτηση και την πτώση των τιμών των καυσίμων αεριωθούμενων αεροσκαφών, ορισμένες αεροπορικές εταιρείες εξακολουθούν να μειώνουν τη χωρητικότητά τους σε μια χρονιά κατά την οποία η κερδοφορία του κλάδου αναμένεται να μειωθεί στο ήμισυ λόγω της κρίσης, σύμφωνα με εκτιμήσεις της International Air Transport Association.
Ο Λουίς Γκαγιέγκο, επικεφαλής της IAG, ιδιοκτήτριας της British Airways, δήλωσε: «Η τιμολόγηση δεν συνδέεται μόνο με την τιμή των καυσίμων, αλλά αφορά επίσης τη χωρητικότητα και τη ζήτηση. Μειώνουμε τη χωρητικότητα φέτος».
Η IAG —η οποία επίσης κατέχει τις Iberia, Vueling και Aer Lingus— εξετάζει τα επίπεδα χωρητικότητάς της για τους τελευταίους μήνες του έτους. «Και άλλοι κάνουν το ίδιο, οπότε στο τέλος η τιμολόγηση θα συνδέεται με τη χωρητικότητα που έχουμε στην αγορά», πρόσθεσε.
Ορισμένες αεροπορικές εταιρείες που ανταγωνίζονται απευθείας τους αερομεταφορείς του Κόλπου —οι οποίοι φημίζονται για την επιθετική τιμολογιακή πολιτική τους— αξιοποιούν τα απευθείας δρομολόγιά τους ως πλεονέκτημα για να μεγιστοποιήσουν τις τιμές των εισιτηρίων.
Για παράδειγμα, οι Ευρωπαίοι επιβάτες εξακολουθούσαν να είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν premium για να πετάξουν απευθείας στην Αυστραλία —αν και συχνά με στάση για ανεφοδιασμό— σε σύγκριση με το να πετάξουν φθηνότερα και να αλλάξουν αεροσκάφος στον Κόλπο, δήλωσε η διευθύνουσα σύμβουλος της Qantas, Βανέσα Χάντσον.
Ορισμένοι στον κλάδο των αερομεταφορέων χαμηλού κόστους θεωρούν ότι η μείωση των τιμών θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για την προσέλκυση πελατών: η AirAsia της Μαλαισίας σχεδιάζει να μειώσει τις τιμές ώστε να βρίσκονται 5% πάνω από τα προπολεμικά επίπεδα. «Θέλουμε να επιστρέψουμε εκεί όπου βρίσκονταν», δήλωσε ο Φερνάντες.
Προκειμένου να ανακτήσει μέρος των απωλειών από την άνοδο των τιμών των καυσίμων, ο αερομεταφορέας θα πρέπει να διατηρήσει τους ναύλους σε υψηλά επίπεδα για κάποιο διάστημα, αλλά «θα κατευθυνθούμε προς αυτούς τους χαμηλότερους [προπολεμικούς] ναύλους», είπε.
Τελικά, μεγάλο μέρος των αποφάσεων θα καθοριστεί από εταιρείες του Κόλπου, όπως η Emirates και η Qatar Airways, που μειώνουν τους ναύλους για να προσελκύσουν ξανά πελάτες.
Οι αεροπορικές εταιρείες του Κόλπου ήταν «εξαιρετικά επιθετικές», δήλωσε ο Σμιθ της Air France-KLM.
Η ανάγκη τους να προσελκύσουν επισκέπτες στην περιοχή και όχι να αποκομίσουν κέρδος σήμαινε ότι «δεν ενεργούν πάντα ορθολογικά», πρόσθεσε, περιπλέκοντας τις προσπάθειες του κλάδου να εξισορροπήσει τα οικονομικά του σε μια ταραχώδη χρονιά. «Πρέπει να αντιμετωπίσουμε και αυτούς».